Έφτασε επιτέλους η 29η Αυγούστου 2026, η μέρα που περίμενα μήνες. Η μέρα που θα κατέβαινα στο Αγρίνιο για το Metal Union Festival και – κυρίως – για να δω επιτέλους τους Grand Magus, ένα μικρό αποθυμένο που κουβαλούσα χρόνια.
Ξεκινήσαμε από Κοζάνη στις 12 το μεσημέρι. Ο δρόμος, περίπου τρεις ώρες, κύλησε χωρίς κανένα πρόβλημα περα απο τις μονοδρομήσεις σχεδόν απο τα Γρεβενά ως τα Γιάννενα.

Η θερμοκρασία στην αρχή ήταν λογική για την εποχή, 31–32 βαθμοί. Όσο όμως πλησίαζα προς Αγρίνιο, το θερμόμετρο ανέβαινε σαν να είχε βάλει κάποιος το καλοκαίρι στο «boost»: 39… 40… 42… και μπαίνοντας στην πόλη καρφώθηκε στο 43. Εκεί άρχισα να έχω μια ανησυχία, γιατί ήθελα να είμαι στο φεστιβάλ από το πρώτο συγκρότημα.
Παρκάρω έξω από το ξενοδοχείο Premier Agrinio Heart Hotel και ανοίγοντας την πόρτα του αυτοκινήτου με χτύπησε η ζέστη σαν να άνοιξες φούρνο που μέσα ψήνεται μουσακάς. Ανεβήκαμε με τη σύζυγο στο δωμάτιο να ξεκουραστούμε και να φρεσκαριστούμε. Το ξενοδοχείο κόστισε 67 ευρώ το βράδυ.

Στις 16:40 μου λέει η σύζυγος «Δεν πάμε να φάμε και τίποτα;». Εκεί έπαθα ένα μικρό σοκ γιατί συνήθως εγώ βιάζομαι, αλλά με τον λίβα να καίει τα πάντα έξω, δεν είχα διάθεση για πολλά. Ντυθήκαμε, βάλαμε τις μαύρες μπλούζες μας – τις «στολές» μας – και πήραμε τον δρόμο προς το κέντρο. Η πόλη άδεια, λες και είχε απαγορευτικό.
Μετά από λίγη αναζήτηση φάγαμε στο Κατσαρολάκια: μπιφτέκια μοσχαρίσια με πατάτες εγώ, κοτοσουβλάκια με πατάτες η σύζυγος, μια χωριάτικη και δύο μεγάλες μπύρες. 28 ευρώ όλα. Τίμια.
Βγαίνοντας, έβαλα GPS για να πάω στο φεστιβάλ. Μου έδειχνε άλλη διαδρομή από αυτή που μου είπε ένας ντελιβεράς («όλο ευθεία»). Με τη ζέστη να βαράει, έπρεπε να είμαι σίγουρος, οπότε έλεγξα και με χάρτη στο Gemini. Ναι, ήταν όντως όλο ευθεία.
Περπατήσαμε περίπου 1,7 χλμ μέσα από το πλακόστρωτο της πόλης. Παρά τη ζέστη, μου άρεσε η διαδρομή. Φτάσαμε στον χώρο του φεστιβάλ γύρω στις 18:15. Ο κόσμος λίγος. Έκανα την απαραίτητη επίσκεψη στο merch και πήρα μια μπλούζα και ένα καπέλο. Πήραμε νερά και ψάξαμε δροσιά κάτω από ένα δέντρο – μάταια.

Στις 18:35 βγήκαν οι Dreamlord. Θα τους πω θαρραλέους, γιατί η κατάσταση ήταν αποπνικτική. Ο κόσμος λίγος, αλλά τα παιδιά έπαιξαν με ψυχή. Ο ήχος ήταν φανταστικός – μπράβο στον ηχολήπτη και στη διοργάνωση. Όλα τα όργανα καθαρά, ένταση σωστή, επαγγελματική δουλειά.

Επόμενοι οι Sirius. Περίπου 40 λεπτά δυνατό set, με τον κόσμο να το απολαμβάνει παρά τη ζέστη. Οι αλλαγές των συγκροτημάτων γρήγορες, το πρόγραμμα τηρήθηκε άψογα. Εκεί φαίνεται ότι η διοργάνωση ξέρει τι κάνει, ειδικά αν σκεφτείς ότι πρόκειται για σύλλογο και όχι για μεγάλο διοργανωτή.

Στις 20:20 βγήκαν οι Tidal Dreams. Από το πρώτο τραγούδι κράτησαν επαφή με τον κόσμο. Ο τραγουδιστής έκανε live μετάδοση στα social, γενικά είχαν ενέργεια. Παίζουν ένα progressive pop‑metal που δεν είναι στα καθημερινά μου ακούσματα, αλλά το 45λεπτο πέρασε ευχάριστα.

Ώρα για μπύρες. Με τέτοια ζέστη η μπύρα έφευγε σαν νερό. Έπρεπε να την πιεις γρήγορα γιατί μετά γινόταν κατουρλιό. Ήταν και Άμστελ, όχι από τις αγαπημένες μου. Οι τιμές όμως τίμιες: 3 ευρώ η μπύρα, 0,50 το νερό. Μπλούζες 15 ευρώ, καπέλο + μπλούζα 20 ευρώ. Μπράβο στη διοργάνωση.
Επόμενοι οι On Thorns I Lay. Εδώ είμαστε πιο κοντά στα δικά μου ακούσματα. Εισοπεδωτικοί. Το death/doom τους, χτυπούσε κατευθείαν στους νευρώνες. Η νεολαία μπροστά έστησε mosh pit, τα κεφάλια όλων πάνω‑κάτω. Και το δικό μου, αν και με τρεις δισκοκήλες δεν πρέπει να το κάνω. Αλλά δεν μετανιώνω τίποτα.

Κάποια στιγμή παρατηρώ τα πιατίνια – τρύπια. Εκεί καταλαβαίνω ότι στα ντραμς είναι ο συντοπίτης μου, ο Άγης Τζικόπουλος. Μηχανή. Παίζει σε 6‑7 μπάντες, Infernal Storm, Triumpher, Kawir κ.α. Τον περίμενα να κατέβει να πούμε δυο κουβέντες.
Η ζέστη όμως… αφόρητη. Δεν έχω ξαναζήσει τέτοιο πράγμα. Έβραζαν τα τσιμέντα. Η προσέλευση του κόσμου λογικά επηρεάστηκε από αυτό.
Στις 22:40 βγήκαν οι Grand Magus. Και πραγματικά μαγέψανε. Από την αρχή ως το τέλος ο κόσμος τραγουδούσε. Ο ήχος κρύσταλλο. Ο Janne “JB” Christoffersson έδωσε τον καλύτερο του εαυτό. Για μένα ήταν ένα αποθυμένο που επιτέλους έγινε πραγματικότητα.
Λίγο μετά τις 12 τελείωσε η πρώτη μέρα. Κουρασμένοι, καταβεβλημένοι από τη ζέστη, αλλά με χαμόγελο. Το πρωί πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, κουρασμένοι αλλά ευτυχισμένοι.

Το φεστιβάλ θα είναι στο ραντάρ μου για τα επόμενα χρόνια. Ναι, σίγουρα.


