Τα πρώτα χρόνια
Ο Kim Bendix Petersen, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1956 στο Χβίντοβρε, ένα προάστιο της Κοπεγχάγης. Τα παιδικά του χρόνια ήταν, όπως τα έχει περιγράψει ο ίδιος, απολύτως φυσιολογικά, με αυστηρή όμως οικογενειακή πειθαρχία: ο πατέρας του ήταν εργοδηγός σε αποθήκες και η μητέρα του γραμματέας του δημάρχου. Παρόλο που αργότερα έχτισε όλη του την εικόνα γύρω από τον αποκρυφισμό, ο ίδιος έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν μεγάλωσε σε θρησκευόμενο περιβάλλον.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε στα εφηβικά του χρόνια, όταν ανακάλυψε το βαρύ rock των αρχών του ’70. Γύρω στο 1970 άκουσε το «Dazed and Confused» των Led Zeppelin και τον τρόπο που ο Jimmy Page χειριζόταν την κιθάρα — τον έχει περιγράψει σαν κάτι που τον «ύπνωσε». Αυτή η λεπτομέρεια έχει τη σημασία της: ο King Diamond δεν ξεκίνησε ως τραγουδιστής, αλλά ως κιθαρίστας. Παράλληλα άρχισε να τον τραβά η σκοτεινή πλευρά του rock: οι Black Sabbath ήταν μεγάλη επιρροή, όμως αυτό που τον τράβηξε ήταν η σχέση του ήρωά του με τον αποκρυφισμό και τον Aleister Crowley. Από εκεί διάβασε περισσότερα και κατέληξε στα γραπτά του Anton LaVey και στη Σατανική Βίβλο. Σημαντικό: για τον ίδιο ο σατανισμός δεν ήταν ποτέ ένα τρικ για να προκαλέσει. Τον αντιμετώπιζε πάντα σαν φιλοσοφία ατομικότητας και προσωπικής ελευθερίας, όχι σαν λατρεία ενός υπερφυσικού Σατανά. Αυτή η διάκριση θα γινόταν θεμέλιο των στίχων του.


Το 1975 πήγε σε δύο συναυλίες στην Κοπεγχάγη που του έδειξαν τι θέλει να κάνει. Η πρώτη ήταν οι Genesis του Peter Gabriel, στην τελευταία τους περίοδο μαζί: τον εντυπωσίασαν τα κοστούμια, το μακιγιάζ και το γεγονός ότι η συναυλία έμοιαζε με θεατρική παράσταση. Η δεύτερη ήταν ακόμη πιο καθοριστική: ο Alice Cooper στην περιοδεία «Welcome to My Nightmare». Στάθηκε πολύ κοντά στη σκηνή και θυμάται τον Cooper σαν κάτι μη πραγματικό. Εκεί σχηματίστηκε η βασική του ιδέα: ο τραγουδιστής δεν χρειάζεται μόνο να τραγουδά — μπορεί να υποδύεται έναν χαρακτήρα.
Από κιθαρίστας, τραγουδιστής
Η πρώτη σοβαρή μπάντα του ήταν οι Brainstorm, ένα τοπικό hard rock σχήμα στα μέσα των 70s, με εκείνον στην κιθάρα. Εκείνη την εποχή πρωτοεμφανίστηκε και το όνομα King Diamond: δεν κρύβεται καμία βαθιά αποκρυφιστική ιστορία πίσω του, όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος με χιούμορ, παρά μόνο ότι τα μέλη των Brainstorm πίστευαν πως θα γίνουν μεγάλοι σταρ και αποφάσισαν να πάρουν καλλιτεχνικά ονόματα. Όταν αργότερα πήγε στους Black Rose και στους Mercyful Fate, όλοι τον ήξεραν ήδη έτσι και το κράτησε.
Το πραγματικό καλλιτεχνικό σημείο καμπής ήταν οι Black Rose, στα τέλη των 70s. Έψαχναν τραγουδιστή και εκείνος πήγε στη δοκιμή ελπίζοντας να μπει και ως κιθαρίστας. Ο κιθαρίστας της μπάντας το ξέκοψε αμέσως: δεν ήθελε δεύτερη κιθάρα. Έτσι ο King άφησε κάτω τη Gibson και τον Marshall και προσπάθησε να τραγουδήσει. Του έβαλαν το «Space Truckin’» των Deep Purple και εκείνος προσπάθησε να φτάσει τις ψηλές νότες του Ian Gillan. Στην αρχή έβγαινε ένα ουρλιαχτό και γύριζε σπίτι άφωνος μετά τις πρόβες. Σιγά σιγά ανακάλυψε ότι μπορεί να χρησιμοποιεί τις πολύ ψηλές περιοχές της φωνής του — χωρίς μαθήματα και, όπως λέει, χωρίς να ξέρει καν τι είναι το φαλσέτο. Έτσι γεννήθηκε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές στην ιστορία του metal.
Μετά τους Black Rose πήγε στους Bratz, ένα παράξενο υβρίδιο punk, hard rock και heavy metal, που είχαν ήδη βγάλει δίσκο από τη CBS Δανίας και στη σύνθεσή τους βρισκόταν ο κιθαρίστας Hank Shermann. Ο King θυμάται ότι πριν μπει εκείνος η μπάντα ήταν μισή heavy και μισή punk, ενώ με την έλευσή του γύρισε προς το heavy. Στη δισκογραφική αυτό δεν άρεσε καθόλου: ήθελαν κάτι πιο εμπορικό και πιο «δανέζικο», με πίεση ακόμα και για στίχους στα δανικά. Ούτε ο King ούτε ο Shermann ήθελαν να το συζητήσουν καν. Το βαρύ κομμάτι των Bratz αποσπάστηκε ουσιαστικά από την παλιά μπάντα και έγινε κάτι καινούργιο.
Οι Mercyful Fate
Έλειπε όμως ένας ακόμη κρίκος: ο κιθαρίστας Michael Denner και οι Danger Zone του. Ο Denner είχε επίσης περάσει από τους Bratz και στο νέο του σχήμα συνεργαζόταν με τον μπασίστα Timi Hansen. Ο King και ο Hank τον βοήθησαν στο υλικό κι έτσι στις αρχές του 1981 οι τέσσερις τους σχημάτισαν τους Mercyful Fate. Το όνομα προέρχεται από κοινό τους φίλο, ενώ την αλλαγή από «Mercyful» σε «Mercyful Fate» την έκαναν οι ίδιοι οι μουσικοί. Μουσικά κινούνταν ανάμεσα σε Black Sabbath, Judas Priest, Deep Purple, Uriah Heep και το progressive/hard rock των 70s, με τη φωνή του King να πηγαίνει από βαθιά θεατρικά φωνητικά σε ακραίο φαλσέτο. Και μετά ήταν η εικόνα: νεκρικό μακιγιάζ, ανάποδοι σταυροί και αργότερα το περίφημο μικρόφωνο από ανθρώπινα κόκαλα.
Μέσα στο 1981 η μπάντα, με ντράμερ τον Kim Ruzz, έβγαλε δύο ντέμο που περιείχαν πρώιμες εκδοχές κομματιών που αργότερα έγιναν κλασικά — «Curse of the Pharaohs», «Return of the Vampire», «Burning the Cross». Τα ντέμο άρχισαν να κυκλοφορούν στο τότε δίκτυο ανταλλαγής κασετών. Μιλάμε για εποχή πριν από το internet: οι κασέτες αντιγράφονταν από οπαδό σε οπαδό και ταξίδευαν από τη Δανία στη Γερμανία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Η πρώτη πραγματική ευκαιρία ήρθε από τη μικρή ολλανδική ετικέτα Raveon Records: τον Σεπτέμβριο του 1982 οι Mercyful Fate μπήκαν στο Stone Sound Studio στην Ολλανδία και ηχογράφησαν το πρώτο τους επίσημο EP, που κυκλοφόρησε στις 8 Νοεμβρίου 1982 απλώς σαν «Mercyful Fate» — αργότερα έγινε γνωστό στους συλλέκτες ως «Nuns Have No Fun». Οι συνθήκες ήταν ό,τι να ‘ναι, αλλά η μουσική εντυπωσιακή: το «A Corpse Without Soul» είχε τα πολύπλοκα riffs που θα χαρακτήριζαν τη μπάντα και η φωνή του King δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο στο metal του 1982.

Η επιτυχία του EP τράβηξε τη μεγαλύτερη ολλανδική Roadrunner Records. Η μπάντα υπέγραψε και τον Ιούλιο του 1983 μπήκε στα Easy Sound Recording Studios της Κοπεγχάγης με παραγωγό τον Henrik Lund. Το budget παρέμεινε μικρό — είχαν οκτώ μέρες — και το αποτέλεσμα ήταν το «Melissa», που κυκλοφόρησε στις 30 Οκτωβρίου 1983. Ακούγοντάς το τώρα πια ξεχνάς πόσο παράξενο πρέπει να ακουγόταν τότε: δεν ήταν thrash, δεν ανήκε στο New Wave of British Heavy Metal, δεν ήταν doom, και φυσικά δεν υπήρχε ακόμη black metal με τη σημερινή έννοια. Ήταν απλώς κάτι μοναδικό. Το «Satan’s Fall» είναι σχεδόν δεκάλεπτο μίνι έπος με 16 διαφορετικά riffs — ο Shermann σκεφτόταν κάθε κομμάτι σαν αλυσίδα από riffs που φτιάχνουν μια μουσική αφήγηση. Και το ομώνυμο κομμάτι έδειξε κάτι που θα γινόταν θεμελιώδες στη δουλειά του King: τη δημιουργία χαρακτήρων και ιστοριών. Η Melissa είναι μια μάγισσα που κάηκε στην πυρά — δεν έμεινε ένας τίτλος τραγουδιού, έγινε επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας στη μυθολογία της μπάντας.
Η επιτυχία του δίσκου τούς επέτρεψε να παίξουν έξω από τη Δανία. Η ευρωπαϊκή περιοδεία ξεκίνησε στις 19 Ιανουαρίου 1984 στο Dynamo του Αϊντχόφεν. Στις 21 Ιανουαρίου έπαιξαν στο Paradiso του Άμστερνταμ, όπου ένας οπαδός κατάφερε να κλέψει από τη σκηνή το κρανίο της Melissa λόγω ανεπαρκούς ασφάλειας. Τον Φεβρουάριο ακολούθησε περιοδεία στην Ιταλία με έξι συναυλίες και στις 3 Μαρτίου ξεκίνησε η βρετανική περιοδεία, ως support των Manowar. Έχουν ειπωθεί πολλά γι’ αυτή: ήταν προγραμματισμένες 11 συναυλίες και οι Mercyful Fate έπαιξαν τελικά μία, στο St. Albans City Hall του Χέρτφορντσαϊρ. Ο τρόπος που τους αντιμετώπισαν οι άνθρωποι των Manowar δημιούργησε τέτοιο θέμα που προτίμησαν να αποχωρήσουν, χάνοντας σημαντικά χρήματα και απογοητεύοντας το βρετανικό κοινό.
Στις συναυλίες που έγιναν, τη μεγαλύτερη εντύπωση έκανε φυσικά η παρουσία του King. Ένα από τα πιο διαβόητα σκηνικά αντικείμενα ήταν το μικρόφωνο από ανθρώπινα κόκκαλα — και ήταν πραγματικά κόκκαλα. Ο τραγουδιστής έχει εξηγήσει ότι ήταν μηριαίο και κνήμη, από έναν γιατρό που δίδασκε βιολογία.
Μέσα στο 1984 οι Mercyful Fate είχαν πια πραγματική δυναμική. Τον Μάιο γύρισαν στο στούντιο, αυτή τη φορά με περίπου 12 μέρες — πολυτέλεια μπροστά στις 8 του «Melissa» — και πάλι με παραγωγό τον Henrik Lund. Το αποτέλεσμα ήταν το «Don’t Break the Oath», που κυκλοφόρησε στις 7 Σεπτεμβρίου 1984. Ο δίσκος πήρε όλα τα στοιχεία του «Melissa» και τα έκανε πιο ακραία: πιο πολύπλοκες κιθάρες και δομές, πιο δραματικός King, πιο θεατρική ατμόσφαιρα, πιο ολοκληρωμένη αποκρυφιστική αισθητική. Το ομώνυμο κομμάτι μοιάζει περισσότερο με αποκρυφιστική θεατρική παράσταση παρά με συμβατικό heavy metal. Σε σχέση όμως με την άμεση σκοτεινιά του «Melissa», θέλει περισσότερο χρόνο για να το χωνέψεις.
Το τέλος και η αρχή του King Diamond
Στα τέλη του 1984 όλα έμοιαζαν να πάνε καλά: δύο εξαιρετικοί δίσκοι, διεθνής διανομή, ευρωπαϊκό κοινό, αμερικανική περιοδεία και δυνατό underground κοινό. Το τρίτο άλμπουμ φαινόταν έτοιμο να τους ανεβάσει κι άλλο. Τότε προέκυψε το πρόβλημα: ο Hank Shermann δεν ήθελε πια να παίζει αυτή τη μουσική. Ήταν ο βασικός συνθέτης της μπάντας — είχε γράψει όλη τη μουσική του «Melissa» και μεγάλο μέρος του «Don’t Break the Oath» — αλλά μέσα στο 1985 τα γούστα του είχαν αλλάξει: άκουγε funk και πιο εμπορικό αμερικανικό hard rock. Ο King έχει αναφέρει χαρακτηριστικά τους Mother’s Finest ως παράδειγμα της funk κατεύθυνσης που τον ενδιέφερε. Ο Shermann ήθελε να τα βάλει αυτά στους Mercyful Fate και ο King δεν ήθελε ούτε να το συζητήσει.
Ο King έχει περιγράψει τη σκηνή: τα μέλη της μπάντας ήταν στο σπίτι του και άκουγαν τα νέα ντέμο του Hank. Ήταν τόσο διαφορετικά, τόσο προς το εμπορικό αμερικανικό rock, που οι υπόλοιποι άρχισαν να γελούν — νόμιζαν ότι τους κάνει πλάκα και του είπαν κάτι σαν «ωραία Hank, τώρα βάλε το αληθινό». Μόνο που δεν ήταν αστείο. Ο Sherman το εννοούσε. Ο King κατέληξε ότι δεν μπορεί να υπάρχει δίσκος των Mercyful Fate με τη μία πλευρά σκοτεινό heavy metal και την άλλη εμπορικό hard rock. Το τέλος ήρθε στην Κοπεγχάγη: στις 11 Απριλίου 1985 έπαιξαν στο Saga, στην τελευταία συναυλία εκείνης της περιόδου, και την επόμενη μέρα, 12 Απριλίου, ο King πήρε τηλέφωνο τα υπόλοιπα μέλη και ανακοίνωσε ότι φεύγει.
Γιατί δεν έδιωξαν απλώς τον Sherman; Εύλογη ερώτηση. Ο King έχει δώσει και δεύτερη εξήγηση: ήθελαν και καλύτερο συμβόλαιο. Αντί να συνεχίσουν ως Mercyful Fate, ο King, ο Michael Denner και ο Timi Hansen έφτιαξαν καινούργια μπάντα — με νέο όνομα μπορούσαν να διαπραγματευτούν με τη Roadrunner από άλλη θέση. Ο Sherman σχημάτισε τους Fate, με πιο μελωδικό και εμπορικό ήχο. Ο Denner θυμάται ότι μετά το διαζύγιο τον πήραν τηλέφωνο και οι δύο ζητώντας να μπει στην καινούργια τους μπάντα — και διάλεξε τον King, γιατί ήθελε να συνεχίσει το heavy metal.
Και τότε συνέβη κάτι ειρωνικό: λίγο μετά τη διάλυση, ξέσπασε στις ΗΠΑ ο μεγάλος θόρυβος με την PMRC, την οργάνωση κατά των στίχων και της εικόνας των hard rock μπαντών. Το «Into the Coven» από το «Melissa» μπήκε στην περιβόητη «Filthy 15» λίστα, με τραγούδια που υποτίθεται ότι διέφθειραν την αμερικανική νεολαία. Η μπάντα κέρδισε δωρεάν εθνική δημοσιότητα στις ΗΠΑ, ακριβώς τη στιγμή που είχε διαλυθεί.
Ο King δεν άργησε να αποφασίσει τι θα κάνει. Πήρε μαζί του τους δύο βασικούς συνεργάτες από τους Mercyful Fate, τον Michael Denner στην κιθάρα και τον Timi Hansen στο μπάσο, και έφτιαξε μπάντα γύρω από το όνομά του: απλώς King Diamond. Είχε και πρακτικό λόγο — το όνομα ήταν ήδη γνωστό από τους Mercyful Fate και η νέα μπάντα επέτρεπε καλύτερο συμβόλαιο με τη Roadrunner. Τη σύνθεση συμπλήρωσαν δύο πολύ σημαντικοί μουσικοί από τη Σουηδία: ο Andy LaRocque στην κιθάρα και ο Mikkey Dee στα ντραµς. Ο LaRocque εξελίχθηκε στον σημαντικότερο μουσικό συνεργάτη του King, ενώ ο Dee — πολύ πριν τους Motörhead — έδωσε στη μπάντα ένα εντυπωσιακά δυναμικό και τεχνικό rhythm section.
Πριν βγει οποιοσδήποτε δίσκος, κυκλοφόρησε στις 25 Δεκεμβρίου 1985 το πολύ χαρακτηριστικό single «No Presents for Christmas». Οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει τον Ιούλιο στα Soundtrack Studios της Κοπεγχάγης. Υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο Andy LaRocque μπήκε σχεδόν την τελευταία στιγμή. Η μπάντα είχε άλλον κιθαρίστα στο μυαλό της, κάτι που δεν δούλεψε στο στούντιο, και ο LaRocque κλήθηκε να ηχογραφήσει το σόλο του «Dressed in White» — η διαδικασία λειτούργησε σαν ακρόαση. Πήρε τη θέση, αλλά δεν πρόλαβε να βάλει τίποτα στη σύνθεση.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 14 Μαρτίου 1986 με τίτλο «Fatal Portrait». Δεν είναι ολόκληρο concept album, αλλά πέντε κομμάτια του («The Candle», «The Jonah», «The Portrait», «Dressed in White», «Haunted») συνδέονται σε μία ιστορία: μια μικρή κοπέλα, η Molly, έχει κλειστεί από τη μητέρα της σε μια σοφίτα και πεθαίνει. Ήδη εδώ φαίνονται τα στοιχεία που θα γίνουν το σήμα κατατεθέν του King: χαρακτήρες, στοιχειωμένα σπίτια, οικογενειακά μυστικά, υπερφυσικό και εκδίκηση. Μουσικά δεν έχει απογαλακτιστεί πλήρως από τους Mercyful Fate, αλλά εμπορικά τα πήγε εξαιρετικά: οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πάνω από 100.000 αντίτυπα στη Βόρεια Αμερική, τεράστιο νούμερο για ευρωπαϊκή heavy metal μπάντα χωρίς ραδιοφωνική στήριξη. Η περιοδεία ξεκίνησε τον Μάιο του 1986 στην Ευρώπη και συνεχίστηκε με 28 εμφανίσεις στη Βόρεια Αμερική, όπου μεγάλο μέρος έγινε με τους Megadeth — τότε που προωθούσαν το «Peace Sells… but Who’s Buying?». Το σημαντικό συμπέρασμα ήταν ένα: η μπάντα μπορούσε να σταθεί ως headliner στην Αμερική.

Ο δεύτερος δίσκος ηχογραφήθηκε από τον Δεκέμβριο του 1986 ως τον Φεβρουάριο του 1987, στο ίδιο στούντιο, με τον King στην παραγωγή και τον Roberto Falcao στο συντονισμό του ήχου. Κυκλοφόρησε στις 29 Μαΐου 1987 με τίτλο «Abigail» — και εκεί η μπάντα βρήκε ακριβώς τη φόρμα που έψαχνε. Είναι ολόκληρο concept album: καλοκαίρι του 1845, ένα νέο ζευγάρι, η Miriam και ο Jonathan, μετακομίζουν σε ένα παλιό αρχοντικό που κληρονόμησε εκείνος. Την πρώτη νύχτα ο Jonathan συναντά το φάντασμα ενός νεκρού συγγενή, του Κόμη, που του δείχνει ένα φέρετρο με το σώμα ενός νεκρού παιδιού, της Abigail, και τον πληροφορεί ότι η Miriam κουβαλά το πνεύμα της και το παιδί θα ξαναγεννηθεί σύντομα. Εκείνος δεν τον πιστεύει — μέχρι που η Miriam μένει έγκυος και το έμβρυο αναπτύσσεται με τρελούς ρυθμούς. Ο δίσκος λειτουργεί σαν ακουστική ταινία τρόμου, με μικρά μουσικά περάσματα, αφήγηση και ηχητικά εφέ.
Ο Andy LaRocque μεταμορφώνεται εδώ από εξαιρετικός κιθαρίστας σε βασικό δημιουργικό συνεργάτη του King. Εμπορικά η μπάντα κάνει το μεγάλο άλμα: το «Abigail» έγινε ο πρώτος δίσκος του King Diamond που μπήκε στο Billboard 200, στο νούμερο 123, και έφτασε τα 175.000 αντίτυπα στις ΗΠΑ. Για καλλιτέχνη της Roadrunner το 1987, αυτό ήταν πάρα πολύ. Η μπάντα γύρισε και το πρώτο της βίντεο, για το «The Family Ghost», και η περιοδεία ήταν μεγαλύτερη: 27 ευρωπαϊκές και 46 αμερικανικές εμφανίσεις, με πολύ πιο θεατρικά σκηνικά — αρχοντικά, κεριά, φέρετρα. Ο King άρχισε ουσιαστικά να φτιάχνει το metal αντίστοιχο της θεατρικής λογικής του Alice Cooper που τον είχε μαγέψει 12 χρόνια νωρίτερα.
Τα χρόνια του «Them»
Ωστόσο η νέα θέση της μπάντας είχε συνέπειες στις ισορροπίες της. Ο Michael Denner δεν άντεχε πια τους εξοντωτικούς ρυθμούς των περιοδειών και έφυγε λίγο μετά την έναρξή τους, αντικαθιστάμενος από τον Mike Moon. Μετά την επιστροφή από τον δρόμο έφυγε και ο Timi Hansen. Τη θέση τους πήραν ο Σουηδός κιθαρίστας Pete Blakk και ο Αμερικανός μπασίστας Hal Patino, και αυτή η σύνθεση ηχογράφησε τον τρίτο δίσκο στα MMC Studios της Κοπεγχάγης, με παραγωγή King Diamond και Roberto Falcao. Κυκλοφόρησε στην Ευρώπη στις 18 Ιουλίου 1988 και λίγο αργότερα στις ΗΠΑ, με τίτλο «Them». Είναι ένας από τους πιο σκοτεινούς concept δίσκους του: ένα αγόρι — ο ίδιος ο King ως χαρακτήρας —, η αδελφή του Missy και η γιαγιά τους, που επιστρέφει από ψυχιατρική κλινική και επικοινωνεί με κάποιες μυστηριώδεις παρουσίες μέσα στο σπίτι, τα «Them». Χρησιμοποιεί τελετουργικό με τσάι, στο οποίο βάζει αίμα — από τη μητέρα των παιδιών, που η κατάστασή της χειροτερεύει. Η Missy ανακαλύπτει την αλήθεια και η ιστορία τελειώνει άσχημα.
Ο δίσκος είναι ακόμη πιο πολύπλοκος, πιο γοτθικός και πιο θεατρικός από τον προηγούμενο. Το «Welcome Home» έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια της καριέρας του, με βίντεο, και η θεατρική παρουσίαση της γιαγιάς στη σκηνή έγινε βασικό κομμάτι του show. Εμπορικά έφτασε στο νούμερο 89 του Billboard 200 — η μεγαλύτερη επιτυχία του Δανού στις ΗΠΑ και ο μόνος δίσκος της κλασικής περιόδου που μπήκε στο αμερικανικό Top 100. Η περιοδεία κράτησε από τον Αύγουστο ως τον Νοέμβριο του 1988, με πάνω από 50 εμφανίσεις και support τους Flotsam and Jetsam και αργότερα τους Armored Saint. Ήταν ίσως η στιγμή που ο King Diamond πλησίασε περισσότερο από ποτέ την πραγματικά μεγάλη εμπορική επιτυχία: μεγαλύτεροι χώροι, πιο ακριβό σκηνικό, βίντεο που παίζονταν συχνά.
Μετά την περιοδεία ήρθε η δεύτερη μεγάλη κρίση: ο Mikkey Dee έφυγε. Η σχέση του με τον King είχε γίνει δύσκολη και υπήρχαν διαφωνίες για τον ρόλο του ντράμερ στη μπάντα. Όταν ήρθε η ώρα για τον επόμενο δίσκο δεν είχε βρεθεί αντικαταστάτης, οπότε ο King τον κάλεσε πίσω ως session μουσικό: έπαιξε σε ολόκληρο το άλμπουμ, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ ως μόνιμο μέλος. Ο τέταρτος δίσκος ήταν και η πρώτη φορά που δίσκος του King Diamond ηχογραφήθηκε στις ΗΠΑ, στα Rumbo Recorders του Λος Άντζελες, με παραγωγή King Diamond, Andy LaRocque και Roberto Falcao και με τον Chris Tsangarides στα σόλο κιθάρας και τη μίξη. Κυκλοφόρησε στις 21 Αυγούστου 1989 ως «Conspiracy» και συνεχίζει την ιστορία του «Them»: ο πια ενήλικος King επιστρέφει στο σπίτι θέλοντας να επικοινωνήσει ξανά με τη νεκρή Missy, εμφανίζεται ο Dr. Landau, η μητέρα, τα «Them» και ο ιερέας Samuel, και η ιστορία τελειώνει με τον King κλεισμένο σε φέρετρο και ζωντανό να καίγεται. Το εξαιρετικό instrumental «Cremation» είναι ουσιαστικά η κατάρα του σε όσους τον σκότωσαν.
Το «Sleepless Nights» ήταν το κομμάτι προώθησης, με βίντεο κλιπ, και ίσως το πιο άμεσα μελωδικό που είχαν γράψει ως τότε. Ο δίσκος κινείται στα ίδια νερά με το «Them», με λιγότερα θεατρικά περάσματα και πιο άμεσα τραγούδια, χωρίς να φτάσει την κορυφή του προηγούμενου: νούμερο 41 στη Σουηδία, 64 στην Ολλανδία, 111 στις ΗΠΑ. Η πτώση από το 89 στο 111 δεν ήταν ακόμη δραματική και ο King Diamond παρέμενε σημαντικό όνομα στο διεθνές metal.
Η μόνιμη αντικατάσταση του Mikkey Dee ήταν ο επίσης Σουηδός Snowy Shaw, ένας εξαιρετικά θεατρικός ντράμερ που ταίριαζε απόλυτα με τη σκηνική αισθητική. Μαζί του μπήκαν στο στούντιο για τον πέμπτο δίσκο, το καλοκαίρι του 1990, πάλι στη Δανία, στα περίφημα Sweet Silence Studios. Με το που το ακούς, καταλαβαίνεις αμέσως διαφορετικό ήχο στα ντραμς: ο Snowy Shaw έπαιζε με pads και electronic triggering, που έδωσαν πιο ελεγχόμενο αλλά και πιο ψυχρό αποτέλεσμα σε σχέση με το οργανικό, επιθετικό παίξιμο του Dee. Ο King έχει αποκαλύψει και ότι ο Hal Patino καθυστερούσε πολύ να έρθει για τις ηχογραφήσεις του μπάσου και η μπάντα πέρασε ακριβά στούντιο-βράδια περιμένοντας. Το κλίμα μέσα στη μπάντα δεν ήταν το καλύτερο.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 30 Οκτωβρίου 1990 ως «The Eye» και έχει μια σημαντική διαφορά από τους προηγούμενους: οι ιστορίες δεν είναι φανταστικές. Ο King βασίστηκε σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα της γαλλικής Ιεράς Εξέτασης και των διωγμών που σχετίζονται με τη μαγεία και τις θρησκευτικές αυθαιρεσίες, με τον ίδιο τον δίσκο να αναφέρει ότι μεγάλο μέρος των ιστοριών βασίζεται σε γεγονότα που συνέβησαν περίπου μεταξύ 1450 και 1670. Ο αφηγητής βλέπει αυτά τα γεγονότα μέσα από ένα μυστηριώδες αντικείμενο, το «μάτι», και παρακολουθεί τις τύχες ανθρώπων που βρέθηκαν απέναντι στη θρησκευτική εξουσία, τα βασανιστήρια και την Ιερά Εξέταση. Τα κομμάτια είναι πιο απλά, με σκοτεινή θεατρικότητα που θυμίζει Mercyful Fate, και πολύ περισσότερα πλήκτρα μέσα στα τραγούδια, που ανεβάζουν τη γοτθική ατμόσφαιρα.
Το κοινό όμως δεν αγκάλιασε τον δίσκο: το «The Eye» έφτασε μόλις στο νούμερο 179 του Billboard 200, εμπορική αποτυχία. Η απογοήτευση ήταν τέτοια που δεν έγινε καν κανονική περιοδεία — κύρια αιτία η έλλειψη οικονομικής στήριξης από τη Roadrunner και οι διαφωνίες του King με την εταιρεία, που πίστευε ότι δεν προώθησαν σωστά το άλμπουμ. Δημιουργήθηκε φαύλος κύκλος: δεν πουλούσε, άρα δεν γινόταν περιοδεία, άρα δεν υπήρχε προώθηση στον δρόμο. Κατά τη γνώμη μας, ο δίσκος πλήρωσε περισσότερο τις αλλαγές στα γούστα του κοινού και τον κορεσμό: η μπάντα είχε βγάλει πέντε άλμπουμ σε πέντε χρόνια, παίζοντας ουσιαστικά παρόμοια πράγματα — πολλά ακόμη και για εκείνη την εποχή.
Το «The Eye» ήταν ουσιαστικά το τέλος της πρώτης εποχής του King Diamond. Η σχέση με τη Roadrunner είχε επιδεινωθεί σοβαρά και παρόλο που η μπάντα δεν διαλύθηκε επίσημα, η δραστηριότητά της πρακτικά σταμάτησε. Ο Hal Patino και ο Pete Blakk έφυγαν και αντικαταστάθηκαν από τους Σουηδούς Charlie D’Angelo στο μπάσο και Mike Wead στην κιθάρα, αλλά αυτή η σύνθεση δεν ηχογράφησε στούντιο δίσκο. Η μπάντα εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις με το live «In Concert 1987: Abigail».
Η επιστροφή των Mercyful Fate
Το 1992 οι Mercyful Fate ενώθηκαν ξανά. Ο Hank Shermann και ο Michael Denner έφτιαξαν ντέμο με νέο υλικό και τα έδωσαν στον King για να τα ακούσει. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι ακούγονταν σαν Mercyful Fate — και δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι το υλικό ήταν πολύ καλό. Σύντομα ο Timi Hansen και ο ντράμερ Snowy Shaw επέστρεψαν επίσης, οπότε η σύνθεση ήταν για λίγο σχεδόν η κλασική. Η μπάντα υπέγραψε με τη Metal Blade Records και ο Brian Slagel τους έπεισε ότι το «In the Shadows» θα μπορούσε να πάει πολύ καλά. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα Dallas Sound Lab του Τέξας, με την ίδια ομάδα παραγωγής που δούλευε με τον King (King Diamond, Hank Shermann, Andy LaRocque, Tim Kimsey και Roberto Falcao), και κυκλοφόρησε στις 22 Ιουνίου 1993. Είχε και μια ξεχωριστή συμμετοχή, καθώς ο Lars Ulrich των Metallica έπαιξε ντραμς στο ομώνυμο κομμάτι.
Ακολούθησαν ακόμη τέσσερις δίσκοι: «Time» το 1994, «Into the Unknown» το 1996, «Dead Again» το 1998, που ηχογραφήθηκε στα Nomad Recording Studios στο Ντάλας, με πιο ανοιχτό και πιο βαριά-παραγωγημένο ήχο και κάποιες στιγμές thrash, και το «9» το 1999. Στην πορεία άλλαζαν μέλη και προσανατολισμοί και η μπάντα έκλεισε τη δεκαετία με ένα άλμπουμ που δεν έπεισε όλους, αλλά και με μια εμφάνιση υψηλού προφίλ: το 1999 οι Mercyful Fate άνοιξαν μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής περιοδείας των Metallica από τις θέσεις των Megadeth, των Slayer και των Danzig — δηλαδή έπαιζαν ως support, αλλά σε συναυλίες που είχαν θέσεις στην πλάτη των Megadeth και των Slayer, κάτι που αποδεικνύει τη θέση τους στο metal εκείνης της εποχής.
Δύο μπάντες, δύο ζωές
Παράλληλα με την επιστροφή των Mercyful Fate, ο King επανέφερε και το προσωπικό σχήμα. Η μπάντα ξεκίνησε πάλι μέσα στη δεκαετία του ’90 με μόνο σταθερό πρόσωπο τον Andy LaRocque δίπλα του και νέα στελέχη, και το 1995 κυκλοφόρησε το «The Spider’s Lullaby» — ο μόνος δίσκος του King Diamond που δεν είναι concept album, με εξαίρεση ένα κομμάτι. Ακολούθησαν το «The Graveyard» το 1996, το «Voodoo» το 1998, το «House of God» το 2000 — που ολοκληρώνει και μια άτυπη τριλογία με τα δύο προηγούμενα —, το «Abigail II: The Revenge» το 2002 και το «The Puppet Master» το 2003, ένας από τους πιο σκοτεινούς και πιο ωμούς δίσκους του, με ιστορία για ένα κουκλοθέατρο που δίνει παραστάσεις με πραγματικά πτώματα. Στον «Puppet Master» εμφανίστηκε για πρώτη φορά και η γυναίκα του, Livia Zeta, στα φωνητικά, και συμμετείχε και στο επόμενο «Give Me Your Soul… Please» του 2007 — που έχει την ιδιαιτερότητα να μην είναι ιστορία του King, αλλά αφήγηση για μια δολοφονία, με τα πνεύματα των δολοφονημένων παιδιών να εμφανίζονται μπροστά του.
Το 2010 ήρθε το πιο σοβαρό χτύπημα: ο King υπέστη τριπλό bypass και οι συναυλίες της μπάντας σταμάτησαν για αρκετό καιρό. Ο ίδιος έχει μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτό, με χαρακτηριστική ειλικρίνεια και χιούμορ: είπε ότι η καρδιά του ήταν σαν βόμβα. Επέστρεψε στη σκηνή όταν ένιωσε έτοιμος, με συναυλίες που συνεχίστηκαν σε όλο τον κόσμο, κρατώντας πάντα το θέατρο στο πρόγραμμα. Το 2015 έγινε και κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί: εμφανίστηκε στη σκηνή στο Milwaukee χωρίς το μακιγιάζ και το σκηνικό, λόγω μόλυνσης στο μάτι που τον ανάγκασε να αφαιρέσει τον καθιερωμένο φακό. Συνέχισε το τραγούδι για λίγο και μετά αποχώρησε.
Το 2019 οι Mercyful Fate ανακοίνωσαν την επιστροφή τους στη σκηνή μετά από χρόνια, με τον King, τον Hank Shermann και τον μπασίστα Becky Baldwin — μια από τις σπάνιες γυναίκες στο είδος — και σειρά εμφανίσεων σε μεγάλα φεστιβάλ, όπως το Download και το Hellfest. Η μπάντα έχασε το 2019 τον αρχικό της μπασίστα, Timi Hansen, και λίγο αργότερα και τον Michael Denner. Το 2024 ο Andy LaRocque αποχώρησε από τους King Diamond μετά από σχεδόν 40 χρόνια, με τον ίδιο να δηλώνει ότι η απόφαση «ερχόταν εδώ και χρόνια», και τη θέση του πήρε ο Gus G. Και οι δύο μπάντες συνεχίζουν να υπάρχουν και να παίζουν, με νέο υλικό να αναμένεται.

Η κληρονομιά
Το βασικό ερώτημα που απαντά το βίντεο του University of Heavy Rock είναι γιατί ο King Diamond θεωρείται ο «παππούς» του extreme metal. Η απάντηση είναι ότι οι Mercyful Fate δεν έφτιαξαν απλώς έναν ήχο — έφτιαξαν ένα λεξιλόγιο. Το 1983 έπαιζαν με ταχύτητα, πολυπλοκότητα, σκοτεινούς στίχους και θεατρική εικόνα, στοιχεία που μετά τα χρόνια έγιναν συστατικά του thrash, του black metal και του death metal. Η επίδραση είναι μετρήσιμη: το «Ancient Dreams» του 1988 του Candlemass είναι αφιερωμένο στον King Diamond και κατά γενική ομολογία εμπνευσμένο από το ύφος του, το «Melissa» και το «Don’t Break the Oath» είναι βασικά ακούσματα για το σκοτεινό metal, το «Hell Awaits» των Slayer του 1985 έχει συνδεθεί με το κλίμα τους, και η εικόνα που καθιέρωσε — corpse paint, θέατρο, σκοτεινοί χαρακτήρες — ταξίδεψε στη γενιά του black metal στη Νορβηγία.
Το πιο σημαντικό ίσως είναι ότι το κοινό ακολούθησε για τη μουσική και έμεινε για την προσωπικότητα. Ο King Diamond δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν κάποιος που φόρεσε ένα κοστούμι: έχτισε έναν χαρακτήρα και ζει μέσα του, λειτουργώντας σαν συγγραφέας τρόμου με ανοιχτό στόμα, έναν αφηγητή που επιβεβαιώνει τη δικιά του ιστορία. Για αυτό οι Mercyful Fate και ο King Diamond εξακολουθούν να έχουν βαρύτητα τέσσερις και πέντε δεκαετίες μετά, ενώ δεκάδες μπάντες που έπαιζαν συναυλίες την ίδια εποχή έχουν ξεχαστεί.
Για να κλείσουμε
Ο King Diamond είναι από τις λίγες περιπτώσεις στην ιστορία του metal που η εικόνα και η μουσική δεν μπορούν να χωριστούν. Ο τρόπος που τραγουδά — από τη βαθιά, σχεδόν αφηγηματική του φωνή ως το ψηλό, νευρικό φαλσέτο — δεν μοιάζει με κανέναν και δεν μπορεί να αντιγραφεί εύκολα. Στα 70 του, μετά από χειρουργείο καρδιάς, συνεχίζει να ανεβαίνει στη σκηνή και να λέει τις ιστορίες του. Το «Abigail» παραμένει ο δίσκος που δεν ξεπέρασε κανείς — ούτε ο ίδιος.
Δες επίσης: King Diamond: Η αποχώρηση του Andy La Rocque «ερχόταν εδώ και χρόνια» | Mercyful Fate – Επιστρέφουν στη σκηνή μετά από τρία χρόνια | King Diamond: Ανέβηκε στη σκηνή με τους My Chemical Romance



