🔥 Τελευταία

Accept: Η ιστορία της γερμανικής heavy metal μπάντας | Metal Territory

Οι Accept ζωντανά το 1996 με τον Udo Dirkschneider

Οι Accept είναι από τις λίγες μπάντες που τις αναγνωρίζεις από τις πρώτες νότες: το βαρύ, μηχανικό riff, η φωνή του Udo Dirkschneider που τρίζει σαν μέταλλο και τα γεμάτα χορωδιακά ρεφρέν τους έγιναν ένα δικό τους είδος γερμανικού heavy metal.

🤘 Στήριξε το MetalTerritory
Metal Merch - Monsterville

Το Σόλινγκεν ήταν μια εργατική, βιομηχανική πόλη γνωστή για τα μαχαίρια και τα μεταλλικά εργαλεία της, ένα περιβάλλον που ταίριαξε παράξενα καλά με την εικόνα που θα έχτιζαν οι Accept: ατσάλι, εργοστάσια, ωμή δύναμη. Ο Udo Dirkschneider ξεκίνησε να τραγουδά γύρω στο 1968-69, στα δεκαέξι του, σε ένα τοπικό σχήμα που με τα χρόνια έγινε οι Band X. Έπαιζαν σε μικρά μαγαζιά και κλαμπ, σχεδόν αποκλειστικά διασκευές βρετανικού hard rock, με κύριες επιρροές τους Deep Purple και τους Led Zeppelin και αργότερα τους Judas Priest. Η βρετανική σκηνή ήταν πολύ πιο σημαντική για τη διαμόρφωσή τους από το γερμανικό kraut rock της εποχής.

Εκείνα τα χρόνια η μπάντα δεν είχε σταθερή σύνθεση: οι μουσικοί έρχονταν και έφευγαν και ο μόνος σταθερός ήταν ο Udo. Για αυτό είναι δύσκολο να πει κανείς ποια ήταν η πρώτη κανονική σύνθεση. Η αποφασιστική αλλαγή ήρθε στα τέλη του 1975, όταν εμφανίστηκε ένας πολύ νεαρός κιθαρίστας, ο Wolf Hoffmann. Ήταν ακόμη έφηβος, αλλά εξελίχθηκε γρήγορα στον πυρήνα της κιθάρας και της σύνθεσης: το δίδυμο Udo και Hoffmann έγινε το θεμέλιο του κλασικού τους ήχου.

Ο Udo Dirkschneider και ο Wolf Hoffmann στα μέσα της δεκαετίας του 1970
Ο Udo Dirkschneider και ο Wolf Hoffmann στα μέσα της δεκαετίας του 1970, λίγο πριν γίνουν ο πυρήνας των Accept.

Το όνομα και το πρώτο συμβόλαιο

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η μπάντα πήρε το όνομα που την έκανε γνωστή. Η προέλευση είναι σχεδόν αστεία: ο Udo είχε αγοράσει τότε τον δίσκο Accept των Βρετανών Chicken Shack, ενός σχήματος blues και hard rock. Ακόμη όμως και μετά την αλλαγή του ονόματος χρειάστηκαν χρόνια για συμβόλαιο, δεν ήταν δηλαδή μια μπάντα που έφτιαξε δύο ντέμο και υπέγραψε αμέσως. Μια σημαντική στιγμή ήταν η συμμετοχή τους σε μεγάλο φεστιβάλ το 1976, που τους έκανε γνωστούς έξω από τα τοπικά κλαμπ, και σιγά σιγά άρχισε να ενδιαφέρεται η γερμανική μουσική βιομηχανία.

Στη σύνθεση προστέθηκαν ο μπασίστας Peter Baltes και ο κιθαρίστας Jürg Fischer, και το 1978, μετά από σχεδόν δέκα χρόνια συναυλιών σε μικρά μαγαζιά, υπέγραψαν στη μικρή γερμανική εταιρεία Brain Records. Τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο μπήκαν στο στούντιο και η πρώτη τους δουλειά, με τίτλο απλώς Accept, κυκλοφόρησε στις 16 Ιανουαρίου 1979, με τον Frank Friedrich στα ντραμς. Μουσικά κινούνταν ακόμη στον χώρο του κλασικού ευρωπαϊκού hard rock, με τις επιρροές των 70ς να ακούγονται καθαρά, και ο Udo δεν χρησιμοποιούσε ακόμη παντού τη φωνή που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του. Ο δίσκος πούλησε ελάχιστα, αλλά άνοιξε την πόρτα για περιοδείες έξω από τη Γερμανία, σε Βέλγιο, Ολλανδία και Γαλλία.

Μετά τον πρώτο δίσκο ο Frank Friedrich έφυγε και τη θέση του πήρε ο Stefan Kaufmann, μια αλλαγή πολύ σημαντικότερη από όσο φαίνεται: δεν ήταν απλώς ντράμερ, έγινε βασικός συνεργάτης και αργότερα είχε ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή και στη διαμόρφωση του ήχου της μπάντας.

I am a Rebel: το τραγούδι που ήρθε από τους AC/DC

Ο δεύτερος δίσκος, I am a Rebel, κυκλοφόρησε στις 2 Ιουνίου 1980 και έδειχνε μια μπάντα που ακόμη έψαχνε κατεύθυνση, δοκιμάζοντας έναν πιο εμπορικό ήχο από το ντεμπούτο. Σε δύο πιο αργά τραγούδια, τα No Time to Lose και The King, τα κύρια φωνητικά τα λέει ο μπασίστας Peter Baltes. Το ομότιτλο κομμάτι πιστώνεται σε έναν George Alexander, που είναι ψευδώνυμο του Alex Young, μεγαλύτερου αδελφού των Angus και Malcolm Young των AC/DC. Το τραγούδι το είχαν ηχογραφήσει σε πρώιμη μορφή οι Αυστραλοί αλλά δεν είχε κυκλοφορήσει, και ο Young το έδωσε στους Γερμανούς επειδή το θεωρούσε σίγουρη επιτυχία για το ραδιόφωνο. Έγινε και η βάση του πρώτου βίντεο κλιπ της μπάντας.

Ο δίσκος πήρε διεθνή διανομή σε Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες. Στις ξένες εκδόσεις το εξώφυλλο δείχνει μια λαβή σπαθιού, μια πολύ πιο αναγνωρίσιμη heavy metal εικόνα από το γερμανικό πρωτότυπο, ενώ η αμερικανική έκδοση της Passport ονόμασε τον δίσκο απλώς Accept, αφού το ντεμπούτο δεν είχε βγει ποτέ στην Αμερική.

Οι Malcolm και Angus Young των AC/DC στα μέσα της δεκαετίας του 1970
Οι Malcolm και Angus Young των AC/DC στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ο μεγαλύτερος αδελφός τους, Alex Young, έδωσε το I am a Rebel στους Accept.

Breaker: εδώ γεννιέται η μπάντα που ξέρουμε

Μετά την περιοδεία του I am a Rebel, στα τέλη του 1980, η μπάντα μπήκε στο στούντιο για τον επόμενο δίσκο. Δύο πράγματα άλλαξαν: ο ηχολήπτης ήταν ο Michael Wagner, που αργότερα έγινε γνωστός παραγωγός του heavy rock, και η μπάντα αποφάσισε να μην αφήσει κανέναν εξωτερικό παράγοντα να την επηρεάσει, να κάνει δηλαδή τον δίσκο που ήθελε. Το Breaker κυκλοφόρησε στις 16 Μαρτίου 1981 και εδώ, ουσιαστικά, γεννιέται η μπάντα που ξέρουμε: η παραγωγή γίνεται πιο βαριά, οι κιθάρες πιο επιθετικές και ο Udo εγκαταλείπει σε μεγάλο βαθμό την προσπάθεια να ακουστεί σαν συμβατικός τραγουδιστής hard rock, χρησιμοποιώντας πια τη στριγκιά, επιθετική φωνή του σαν όπλο. Κομμάτια όπως τα Starlight, Breaker και Burning δείχνουν μια μπάντα πολύ πιο κοντά στο ευρωπαϊκό heavy metal που θα κυριαρχούσε τα επόμενα χρόνια, ενώ το Son of a Bitch έδειχνε διάθεση για πρόκληση.

Το επόμενο κρίσιμο βήμα ήταν η περιοδεία ως support act των Judas Priest, τον Νοέμβριο του 1981, στο τελευταίο σκέλος της περιοδείας του Point of Entry. Ήταν ένα τεράστιο μάθημα: οι Priest βρίσκονταν σε πολύ ανώτερο επαγγελματικό επίπεδο και οι Accept έβλεπαν καθημερινά πώς λειτουργεί μια μεγάλη περιοδεία, πώς παρουσιάζεται μια μπάντα στη σκηνή, πώς χτίζεται το set, πώς δουλεύουν τα φώτα και η παραγωγή. Αυτά που έμαθαν τα χρησιμοποίησαν αργότερα στις δικές τους συναυλίες.

Restless and Wild: ο ήχος βρίσκεται

Στις αρχές του 1982 η μπάντα μπήκε στο στούντιο με ένα σοβαρό πρόβλημα: ο κιθαρίστας Jürg Fischer είχε φύγει και έψαχναν αντικαταστάτη. Για λίγο δοκίμασαν έναν άλλο κιθαρίστα, η συνεργασία όμως δεν προχώρησε, και πήραν τη σημαντική απόφαση να βγάλουν τον δίσκο με τον Wolf Hoffmann να παίζει όλες τις κιθάρες. Άλλαξαν και στούντιο: πήγαν στο Dieter Dierks Studio, τον χώρο όπου οι Scorpions είχαν ηχογραφήσει όλα τα κλασικά τους άλμπουμ. Ο Michael Wagner ανέλαβε ξανά το τεχνικό κομμάτι, κάνοντας ηχοληψία και μίξη, ενώ στο τέλος προστέθηκε ως δεύτερος κιθαρίστας ο Herman Frank, το όνομα του οποίου εμφανίζεται σε κάποιες εκδόσεις χωρίς να έχει παίξει τίποτα πάνω στον δίσκο. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε ένα πρόσωπο εξαιρετικά σημαντικό για την πορεία τους, η Gaby Hauke, μάνατζερ και σύντροφος, αργότερα σύζυγος του Hoffmann, η οποία στους στίχους εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Deaffy.

Το Restless and Wild κυκλοφόρησε στις 2 Οκτωβρίου 1982 και ανοίγει με μία από τις πιο παράξενες εισαγωγές στην ιστορία του metal: το παλιό γερμανικό παιδικό τραγούδι Ein Heller und ein Batzen, μετά ο ήχος της βελόνας που γρατσουνάει και ξαφνικά ο Stefan Kaufmann να ρίχνει ένα απίστευτα γρήγορο διπλό μπάσο πάνω στο Fast as a Shark. Το σοκ είναι τεράστιο. Για το 1982 το τραγούδι είναι πραγματικά γρήγορο και επιθετικό, και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια για τη μετάβαση προς το speed και το thrash metal. Ο δίσκος είναι κατά τα άλλα πολύ ποικίλος: το βαρύ Restless and Wild, το αργό Shake Your Heads, το κλασικό Demon’s Night, το μελωδικό Neon Nights και ένα από τα σημαντικότερα επικά τραγούδια της καριέρας τους, το Princess of the Dawn, όπου η μπάντα ακούγεται αργή, σχεδόν υπνωτική και ο Udo τραγουδάει σε σημεία σχεδόν μελωδικά. Το κομμάτι τελειώνει απότομα, χωρίς καμία κατάληξη, μια ιδέα που όπως είπε αργότερα ο Hoffmann δεν δούλεψε και τόσο καλά.

Εξώφυλλο του περιοδικού Sounds, 18 Ιουνίου 1983, με τον Udo των Accept
Εξώφυλλο του βρετανικού περιοδικού Sounds, 18 Ιουνίου 1983, με τον Udo Dirkschneider. Ο τίτλος μιλάει για τη γερμανική αίσθηση του heavy metal.

Το Restless and Wild είναι ο δίσκος όπου η μπάντα βρίσκει ολοκληρωμένα τον ήχο της: ρυθμοί που χτυπούν, βαριές κιθάρες, χορωδιακά στα ρεφρέν, η ξεχωριστή φωνή του Udo και μια ατμόσφαιρα αυστηρή, μηχανική, σχεδόν στρατιωτική. Για πρώτη φορά το όνομα των Accept άρχισε να ακούγεται τόσο έξω από τη Γερμανία. Εκείνη τη χρονιά εξερράγη το νέο κύμα του βρετανικού heavy metal, με τους Iron Maiden, τους Saxon και τους Def Leppard να γίνονται παγκοσμίως γνωστοί, και οι Accept, χωρίς να είναι Βρετανοί, ήταν πολύ κοντά στο ύφος και επωφελήθηκαν από την επιτυχία. Η περιοδεία του δίσκου έμεινε στα όρια της πατρίδας και της ηπειρωτικής Ευρώπης, με πέντε επιπλέον ημερομηνίες στη Βρετανία, χωρίς ακόμη Αμερική.

Balls to the Wall: το άλμπουμ που τους πήγε παντού

Η μπάντα ήταν αποφασισμένη να καλύψει το κενό της Αμερικής με τον επόμενο δίσκο. Χρειαζόταν έναν ήχο που να παραμένει βαρύς αλλά να έχει μεγαλύτερα hooks, μεγαλύτερα ρεφρέν και πιο άμεση παραγωγή. Οι ηχογραφήσεις έγιναν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1983, ξανά στο στούντιο του Dieter Dierks, με τον Michael Wagner στη μίξη, και ο δίσκος Balls to the Wall κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1983.

Εδώ οι Accept πετυχαίνουν ακριβώς αυτό που ήθελαν: έναν ήχο πιο απλό, πιο μεγάλο, πιο άμεσο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ομότιτλο τραγούδι, με το τεράστιο riff, τον σχεδόν στρατιωτικό ρυθμό, τη φωνή του Udo και προπαντός ένα ρεφρέν απίστευτα κολλητικό με ανδρικά χορωδιακά. Εκείνη την εποχή η μπάντα κάλυπτε όλες τις πλευρές του ύφους: το London Leather Boys, το Love Child, το Head Over Heels, το Turn Me On.

Ο δίσκος είχε και μια παρεξήγηση που τον ακολούθησε: οι στίχοι, όλοι από τη Gaby Hauke με το ψευδώνυμο Deaffy, διαβάστηκαν στην Αμερική ως αναφορές σε σεξουαλική ταυτότητα, ενώ το εξώφυλλο με το γυμνό ισχίο και το λουρί από δέρμα ενίσχυσε την εντύπωση. Ο Wolf Hoffmann είπε αργότερα ότι η αντίδραση ήταν υπερβολική, ενώ η ίδια η Gaby εξήγησε ότι επρόκειτο για δική της επιλογή: ήθελε να γράψει για ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο, για κοινωνική καταπίεση, και το αμερικανικό κοινό διάβασε τα τραγούδια με τρόπο που δεν είχε σκεφτεί.

Το 1984 ήταν η χρονιά της μεγαλύτερης περιοδείας τους. Τον Φεβρουάριο έπαιξαν για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, ως support των Kiss στην περιοδεία του Lick It Up. Τον Μάρτιο έπαιξαν στο Radio City Music Hall της Νέας Υόρκης, ενώ έκαναν και μια δική τους συναυλία σε κλαμπ του Μπρούκλιν που έμεινε στην ιστορία του χώρου. Ακολούθησαν εμφανίσεις με τους Blue Öyster Cult, τους Saxon και τον Ozzy Osbourne μέχρι τον Ιούνιο, και όλο το καλοκαίρι περιοδεία στην Ευρώπη. Το αποκορύφωμα ήταν το φεστιβάλ Monsters of Rock, στις 18 Αυγούστου 1984.

Αφίσα συναυλίας του Ozzy Osbourne με special guests τους Accept
Αφίσα συναυλίας του Ozzy Osbourne με special guests τους Accept — μια από τις αμερικανικές περιοδείες του 1984.

Το Balls to the Wall είναι και ο μόνος δίσκος των Accept που πιστοποιήθηκε χρυσός στην Αμερική, ενώ η μπάντα έγινε το πρώτο γερμανικό metal συγκρότημα που έπαιξε σε τόσο μεγάλα στάδια εκτός Γερμανίας.

Metal Heart και Russian Roulette

Ο επόμενος δίσκος, Metal Heart, κυκλοφόρησε στις 4 Μαρτίου 1985. Για πρώτη φορά τα τραγούδια γράφτηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο Herman Frank έφυγε για να επιστρέψει ο Jürg Fischer. Την παραγωγή ανέλαβε ο Dieter Dierks, στην πρώτη φορά που η μπάντα δούλεψε με τόσο μεγάλο προϋπολογισμό: οι ηχογραφήσεις κράτησαν εβδομάδες με συνεχείς αλλαγές, η φωνή του Udo ακούγεται πιο ελεγχόμενη. Το ομότιτλο κομμάτι ξεκινά με απόσπασμα από τη Σλαβική Μαρς του Τσαϊκόφσκι και το σόλο έχει το Für Elise του Μπετόβεν. Υπάρχει και το Screaming for a Love Bite, μια προσπάθεια προς το πιο εμπορικό, αλλά και το Teach Us to Survive, με jazz επιρροές. Ο δίσκος έφτασε στο νούμερο 94 του Billboard 200 και στο 50 της Βρετανίας, και η περιοδεία του 1985 πέρασε από την Ευρώπη, την Αμερική και την Ιαπωνία, όπου ηχογραφήθηκε το ζωντανό Kaizoku-Ban στην Οσάκα, στις 18 Σεπτεμβρίου 1985.

Το Russian Roulette ήρθε τον Απρίλιο του 1986, με την μπάντα να αναλαμβάνει μόνη της την παραγωγή και να επιστρέφει σε πιο βαρύ, λιγότερο γυαλιστερό ήχο. Οι στίχοι γύρισαν σε θέματα πολέμου και προπαγάνδας, με κομμάτια όπως το TV War και το ομότιτλο, αλλά και τα Monsterman, Aiming High και Heaven Is Hell. Ο δίσκος πήγε καλά στην Ευρώπη, δεν έφερε όμως τη διάσπαση στην Αμερική, και μαζί με τις εσωτερικές διαφωνίες σήμανε το τέλος της χρυσής εποχής.

Η ρήξη με τον Udo και το Eat the Heat

Μετά το Russian Roulette η εσωτερική κατάσταση ήταν τεταμένη. Η εμπορική πλευρά έβλεπε ότι στην Αμερική κυριαρχούσε το glam metal και πίεζε για έναν τραγουδιστή πιο κοντά σε εκείνο το ύφος, κάτι που ο Udo, με τη στριγκιά φωνή και την εικόνα του, δύσκολα θα μπορούσε να προσφέρει. Το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση να φύγει από το συγκρότημα. Ο ίδιος λέει ότι απολύθηκε, άλλες πηγές μιλούν για φιλική συμφωνία, ενώ ο Wolf Hoffmann έχει πει ότι τα συμβόλαια έκαναν μια απόλυση περίπλοκη και τελικά υπήρξε κοινή απόφαση.

Ο Udo προχώρησε με τους U.D.O. και το άλμπουμ Animal House τον Νοέμβριο του 1987. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τραγούδια που είχαν ήδη ετοιμαστεί για τον επόμενο δίσκο των Accept δόθηκαν σε αυτόν, γι αυτό και το Animal House ακούγεται από πολλούς σαν τον χαμένο διάδοχο των Accept. Η νέα μπάντα περιόδευσε μάλιστα με τους Guns N Roses και τη Lita Ford.

Από την άλλη πλευρά οι Accept δοκίμασαν διάφορους τραγουδιστές, ανάμεσά τους και έναν Βρετανό που δεν έπεισε, και κατέληξαν στον Αμερικανό David Reece, με πολύ διαφορετική φωνή, πιο μελωδική και αμερικανική. Ο Jürg Fischer έφυγε ξανά, με τον Hoffmann να παίζει πάλι όλες τις κιθάρες, ενώ στην περιοδεία προστέθηκε ο κιθαρίστας Jim Stacy. Ο δίσκος Eat the Heat κυκλοφόρησε στις 11 Μαΐου 1989, με παραγωγή Dieter Dierks, mastering από τον Bob Ludwig και μια μπαλάντα, το Mistreated. Δεν πήγε καλά, έμεινε στο νούμερο 137 της Αμερικής: η αγορά του glam είχε καταρρεύσει, το thrash ανέβαινε, ενώ οι οπαδοί δεν αναγνώριζαν τη φωνή που άκουγαν.

Στην περιοδεία τα πράγματα πήγαν χειρότερα. Οι εμφανίσεις με τους Wasp και τους Metal Church συγκέντρωναν λίγο κόσμο, και για μια συναυλία στο Σικάγο, όπου ο Reece τσακώθηκε στα παρασκήνια με τον Peter Baltes, όλα τα υπόλοιπα σόου ματαιώθηκαν. Λίγο αργότερα οι Accept διαλύθηκαν.

Η πρώτη επιστροφή

Το ενδιαφέρον όμως δεν είχε πεθάνει. Το ζωντανό άλμπουμ Staying Alive, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1990 με υλικό από την ιαπωνική περιοδεία του 1985, έδειξε ότι υπήρχε κόσμος που ζητούσε την κλασική σύνθεση. Οι συζητήσεις για επανένωση ξεκίνησαν, με τον Udo να θέτει έναν όρο: να επιστρέψει μόνο αν η μπάντα έκανε ξανά πραγματική μουσική των Accept. Ο Stefan Kaufmann και ο Peter Baltes γύρισαν, με τον Wolf Hoffmann στις κιθάρες, και το Objection Overruled ηχογραφήθηκε το 1992 για να κυκλοφορήσει την 1η Φεβρουαρίου 1993.

Το tracklist του Objection Overruled των Accept
Το tracklist του Objection Overruled, του δίσκου με τον οποίο οι Accept επέστρεψαν το 1993.

Το άλμπουμ ήταν εκατό τοις εκατό Accept και πήγε καλά στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ακολούθησε παγκόσμια περιοδεία, με τις πρώτες τους συναυλίες σε χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης αλλά και στην Ελλάδα, και περίπου τριάντα εμφανίσεις στην Αμερική.

Στο δεύτερο μισό της επανένωσης έλειπε ένας δεύτερος κιθαρίστας, κάτι που ο Udo είχε επισημάνει, λέγοντας ότι οι Accept είναι μπάντα με δύο κιθάρες. Το Death Row κυκλοφόρησε την 1η Οκτωβρίου 1994, πιο βαρύ και σκοτεινό, με τον ήχο των 90ς. Ο Kaufmann αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και στη θέση του ήρθε ο Stefan Schwarzmann. Το Predator ηχογραφήθηκε στο Νάσβιλ, με τον Michael Wagner ξανά και τον Michael Cartellone στα ντραμς, και κυκλοφόρησε στις 15 Ιανουαρίου 1996, λίγο πριν η μπάντα διαλυθεί για δεύτερη φορά.

Η δεύτερη επιστροφή

Οι Accept έμειναν σιωπηλοί για περισσότερο από μια δεκαετία, μέχρι το 2009, όταν ανακοινώθηκε η επιστροφή τους με νέο τραγουδιστή, τον Mark Tornillo. Ο ήχος έπρεπε να είναι σύγχρονος αλλά να ακούγεται σαν Accept, και οι ίδιοι έλεγαν χαρακτηριστικά ότι έπρεπε να ακούγονται σαν τους Accept του 2010, όχι σαν αναβίωση.

Το Blood of the Nations κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2010 και ήταν το άλμπουμ που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της μπάντας: βαρύ, σύγχρονο, γεμάτο ενέργεια και κυρίως γεμάτο τραγούδια. Κομμάτια όπως τα Beat the Bastards, Teutonic Terror, Kill the Pain και το ομότιτλο είναι καθαροί ύμνοι των Accept, ενώ το εξαιρετικό The Abyss δείχνει μια πιο επική και σκοτεινή πλευρά, κοιτάζοντας στα ίσια αντίστοιχα τραγούδια του ένδοξου παρελθόντος. Ο Tornillo δεν προσπαθεί να γίνει Udo: η φωνή του έχει παρόμοια τραχύτητα και μπορεί να τραγουδήσει τα παλιά τραγούδια, αλλά έχει διαφορετικό χαρακτήρα, με περισσότερο blues και hard rock υπόβαθρο. Έχει περιγράψει πόσο απαιτητικό ήταν να μάθει να τραγουδάει κλασικά κομμάτια, για παράδειγμα το Breaker, χωρίς να μιμείται απλώς τον προκάτοχό του. Ο δίσκος πούλησε πολύ καλά, πήρε θετικές κριτικές και η περιοδεία του πήγε εξαιρετικά, οπότε η επανένωση έγινε οριστική και η μπάντα λειτούργησε σαν κανονικό συγκρότημα και όχι ως σχήμα νοσταλγίας.

Ακολούθησαν άλλα δύο άλμπουμ με την ίδια λογική, το Stalingrad το 2012 και το Blind Rage το 2014, και τα δύο με παραγωγή του Andy Sneap, προσθέτοντας νέους ύμνους στο ρεπερτόριο, όπως τα Stalingrad, Hellfire, Shadow Soldiers, Stampede και Dying Breed. Πούλησαν πολύ καλά και πήραν εξαιρετικές κριτικές, συνεχίζοντας την πορεία της δεύτερης επανένωσης. Το Blind Rage μάλιστα πέτυχε κάτι που δεν είχε καταφέρει κανένας κλασικός δίσκος τους: έφτασε στο νούμερο ένα των γερμανικών charts. Μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια καριέρας σε όλο τον κόσμο, η μπάντα αναγνωρίστηκε θριαμβευτικά στη χώρα από την οποία ξεκίνησε.

Οι Accept ζωντανά το 1996 με τον Udo Dirkschneider
Οι Accept ζωντανά το 1996 με τον Udo Dirkschneider στο μικρόφωνο.

Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, αλλά μετά τη μεγάλη επιτυχία του Blind Rage τα πράγματα άρχισαν να χαλαρώνουν. Μετά το τέλος των περιοδειών του δίσκου έφυγαν και ο Frank και ο Schwarzmann, ενώ μετά το επόμενο άλμπουμ, το The Rise of Chaos του 2017, έφυγε και ο Baltes. Οι αποχωρήσεις δεν είχαν τη δραματικότητα του παρελθόντος, αν και η μετέπειτα συνεργασία του Baltes με τον U.D.O. κάτι δείχνει. Η σημερινή σύνθεση της μπάντας είναι πρακτικά ο Hoffmann και ο Tornillo μαζί με μια σειρά μουσικών που δεν έχουν την πολυετή σχέση των προηγούμενων.

Με αυτή τη σύνθεση οι Accept έβγαλαν άλλα δύο άλμπουμ, το Too Mean to Die το 2021 και το Humanoid το 2024. Το επίπεδο παραμένει σταθερά υψηλό, με μια μικρή βέβαια επιφύλαξη για το κατά πόσο αυτοί οι δίσκοι είναι άλμπουμ των Accept ή προσωπικές δουλειές του Hoffmann. Το 2019 έκλεισε και ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο, όταν η Gaby Hoffmann αποσύρθηκε από τη θέση της μάνατζερ.

Για να κλείσουμε

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Accept είναι από τις σημαντικότερες και πιο επιδραστικές μπάντες στην ιστορία του heavy metal. Δεν είναι μπάντα ενός τραγουδιού ή ενός δίσκου, όπως πολλοί λανθασμένα πιστεύουν. Έφεραν μια σκληρότητα, μια ακρότητα και μια γερμανικότητα, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, στον πιο κλασικά βρετανικό ήχο του heavy metal. Αυτός ο ήχος απλώθηκε σε χώρες και μπάντες και μεταμορφώθηκε σε νέα είδη και δομές μέσα στον κόσμο του heavy rock. Αποτέλεσαν τη συνέχεια της γερμανικής σκηνής μετά τους Scorpions και τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη μπάντα του Αννόβερου και τη σκηνή του power metal των Helloween και των Blind Guardian. Ήταν καινοτόμοι, μοναδικοί, χαρακτηριστικά γερμανοί και ασυμβίβαστα metal. Ήταν απλώς απαραίτητοι.

Δες επίσης

ACCEPT: 50 χρόνια heavy metal με 50 καλεσμένους στο Teutonic Terror
Wolf Hoffmann: Οι Accept δεν έχουν γράψει ακόμα ούτε νότα από καινούριο δίσκο

Μοιράσου το άρθρο

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή