Ο Quorthon — κατά κόσμον Thomas Börje Forsberg — γεννήθηκε στη Στοκχόλμη στις 17 Φεβρουαρίου 1966 και πέθανε στις 3 Ιουνίου 2004, σε ηλικία 38 ετών. Στο διάστημα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ημερομηνίες πρόλαβε να αλλάξει δύο φορές την πορεία του ακραίου ήχου: πρώτα με το black metal των Bathory και μετά με τον επικό, βίκινγκ ήχο που εφηύρε σχεδόν μόνος του.
Από το γκαράζ στα πρώτα άλμπουμ
Τους Bathory τους έφτιαξε το 1983, χρησιμοποιώντας αρχικά το ψευδώνυμο «Ace» — δάνειο από τον Ace Frehley των Kiss. Το όνομα του σχήματος ήρθε είτε από την κόμισσα Ελισάβετ Μπάθορι είτε από το «Countess Bathory» των Venom. Οι πρώτες ηχογραφήσεις έγιναν με βοήθεια από τον πατέρα του, Μπέργιε Φόρσμπεργκ, που διηύθυνε τη δισκογραφική Tyfon Grammofon, και τα τύμπανα έπαιζε ο Γιόνας Έκερλουντ — ο ίδιος άνθρωπος που αργότερα σκηνοθέτησε βίντεο κλιπ για τη Madonna και τους Roxette.
Ο ήχος βγήκε από ένα γκαράζ, το «Heavenshore Studio», με ελάχιστο μπάτζετ και παραμορφωμένες κιθάρες. Το «Bathory» του 1984, το «The Return» του 1985 και το «Under the Sign of the Black Mark» του 1987 έβαλαν τις βάσεις για τη νορβηγική σκηνή που ακολούθησε — και το τρίτο άλμπουμ, με το «Enter the Eternal Fire», έδειξε για πρώτη φορά την επική πλευρά που θα ερχόταν μετά.
Ο άνθρωπος που γέννησε το viking metal
Το «Blood Fire Death» του 1988 γύρισε σελίδα: η σατανιστική θεματολογία έδωσε τη θέση της στη σκανδιναβική μυθολογία και στις ιστορίες των Βίκινγκς. Δύο χρόνια αργότερα, το «Hammerheart» πήγε την ιδέα ως το τέλος — και σε αυτόν τον δίσκο ο Quorthon έπαιξε μόνος του όλα τα όργανα. Το 1991 γύρισε ξανά σελίδα: στο «Twilight of the Gods» πρόσθεσε ακουστικά και κλασικά μέρη και προγραμμάτισε μόνος του το drum machine.
Άλλοι είχαν τραγουδήσει νωρίτερα για θεούς και μάχες· εκείνος όμως έβαλε αυτόν τον κόσμο στον πυρήνα ολόκληρων δίσκων. Πάνω σε αυτή την ιδέα πάτησαν αργότερα σχήματα όπως οι Unleashed, οι Enslaved, οι Amon Amarth και οι Helheim. Το «Under the Sign of the Black Mark» μένει μέχρι σήμερα το σημείο όπου το black metal συνάντησε για πρώτη φορά το έπος.
Θρας, πειράματα και επιστροφή στον Βορρά
Η δεκαετία του ’90 τον βρήκε να δοκιμάζει τα πάντα. Με το όνομα των Bathory έβγαλε το «Requiem» και το «Octagon», δύο δίσκους στραμμένους στο thrash, ενώ παράλληλα κυκλοφόρησε δικό του υλικό κάτω από το όνομά του, με πιο rock ήχο. Το 1996 επέστρεψε στον βίκινγκ ήχο με το «Blood on Ice», και ακολούθησαν το «Destroyer of Worlds» (2001) και τα «Nordland I» και «II» (2002, 2003).
Ένας άνθρωπος που δεν έπαιζε με τους κανόνες
Από το 1985 είχε σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις — έλεγε ότι οι συναυλίες τον αποσπούσαν από το γράψιμο. Έδινε ελάχιστες συνεντεύξεις, δεν κυνηγούσε την προσοχή και άλλαζε ήχο όποτε βαριόταν να επαναλάβει τον εαυτό του. Αυτή η σιωπή γέννησε φήμες, αλλά και έναν μύθο που κράτησε δεκαετίες.
Πέθανε στον ύπνο του από καρδιακή ανεπάρκεια, συνέπεια συγγενούς προβλήματος, και βρέθηκε στο διαμέρισμά του στις 7 Ιουνίου 2004. Άφησε πίσω του δεκατέσσερις δίσκους και ένα EP σε είκοσι χρόνια δουλειάς, και δύο είδη — το black και το viking metal — που του χρωστούν την ύπαρξή τους.
Πηγές: Wikipedia (Quorthon)



