Χώρα: Πολωνία (Βαρσοβία)
Είδος: Epic Heavy Metal με blackened στοιχεία
Για fans των: Brocas Helm, Satan, Omen, Deathwish, Holy Terror
Κυκλοφορία: 2026
Κριτική
Οι Torpor είναι heavy metal κουαρτέτο από τη Βαρσοβία, με ρίζες σε blackened heavy metal και έντονη αγάπη για επικό, high‑fantasy ύφος. Το Dungeon Descent είναι το πρώτο τους full‑length και έρχεται σαν συμπύκνωση όσων δούλευαν από το 2017: μελωδικότητα, βρωμιά, underground ατμόσφαιρα και μια ξεκάθαρη ταυτότητα που πατάει στα 80s χωρίς να γίνεται αναμάσημα.
Η μπάντα ξεκίνησε ως τριάδα γύρω στο 2017, με μέλη που είχαν περάσει από τους Armagh. Το πρώτο single, “Burning Realms” (2018), έδειξε ήδη το σκούρο NWOBHM‑επικό heavy metal με πρώιμο black metal άγγιγμα:
Το 2019 εμφανίστηκαν στο split The Extremity of Dominion με πιο speed‑metal ένταση:
Το 2021, στο EP The Ancient Tales, οι επιρροές Brocas Helm και Satan έγιναν πιο ξεκάθαρες:
Όλο αυτό το υλικό ηχογραφήθηκε με την αρχική σύνθεση (Mark I) πριν φύγει ο πρώτος drummer. Για το Dungeon Descent η μπάντα ανακοίνωσε νέο drummer το 2025, τον Bloodhammer (Haunted Cenotaph, Putrid Offal κ.ά.), και έτσι διαμορφώθηκε η τωρινή τριάδα/κουαρτέτο. Με αυτή τη σύνθεση, ο ήχος τους γέρνει περισσότερο προς extreme‑metal‑ενημερωμένο traditional heavy metal, χωρίς να χάνει την επική βάση.
Κεντρική φιγούρα είναι ο Franciszek Archont (φωνητικά/μπάσο). Η φωνή του έχει θεατρικότητα και vibrato, με ύφος που θυμίζει Brian Ross και J.D. Kimball της εποχής Warning of Danger. Οι μπασογραμμές του δεν μένουν στο background· πολλές φορές λειτουργούν σαν δεύτερη μελωδική γραμμή, δένοντας τις κιθάρες με το ρυθμικό μέρος.
Το άλμπουμ πατάει πάνω σε mid‑80s US power metal μελωδίες, έντονα μπάσα και ρυθμούς που έχουν μια ελαφριά extreme metal βρωμιά. Σαν συνολικό αποτέλεσμα, φέρνει στο μυαλό underground heavy/thrash κυκλοφορίες τύπου At the Edge of Damnation (Deathwish) ή το ντεμπούτο των Holy Terror, αλλά με πιο έντονο επικό χαρακτήρα.
Το “Trespassing the Sanctuary” ανοίγει το δίσκο με γρήγορο, «τραμπαλιζόμενο» ρυθμό, blackened riffing στο verse και συνεχείς μεταβάσεις που κρατούν το κομμάτι ζωντανό και σκοτεινό. Στο τέλος μπαίνει ένα Hammond‑τύπου όργανο, λεπτομέρεια που δείχνει ότι οι Torpor δεν μένουν μόνο στα βασικά.
Το “Armoured Skeleton” συνεχίζει την ιστορία με mid‑tempo επικό heavy που γυρίζει σε speed‑metalpunk/UK82 αίσθηση γύρω στο 1:25, χωρίς να χάνει τη μελωδική του γραμμή:
Το “Dungeon Dwellers” είναι πιο haunting, πιο «σπαθί‑και‑μπουντρούμι» κομμάτι, με μελωδίες που μένουν:
Το “Polybolos” είναι η κορυφή του άλμπουμ. Το pre‑chorus είναι πραγματικό earworm, η ένταση ανεβαίνει με τα fills του Bloodhammer και τις κιθαριστικές τεχνικές που είχαν ήδη φανεί στο “Trespassing the Sanctuary”, αλλά εδώ υπηρετούν πλήρως το hook. Το ρεφρέν έρχεται και φεύγει με τρόπο που αφήνει χώρο στη μνήμη να το περιμένει ξανά:
Το κλείσιμο με το “Scythian Chase” (αναφέρεται στο κείμενο ως closer, χωρίς link) κρατάει την ένταση ψηλά, με γρήγορο ρυθμό, επικές μελωδίες και αίσθηση κυνηγιού σε αρχαία πεδία μάχης. Για πολλούς, μπορεί να είναι και το καλύτερο κομμάτι του δίσκου.
Το εξώφυλλο, όπως σχολιάζεται, μοιάζει περισσότερο με screenshot από low‑budget Skyrim clone με φίλτρο, παρά με κλασικό heavy metal art, και δεν βοηθάει στο πρώτο βλέμμα. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική διαλύει κάθε επιφύλαξη. Το Dungeon Descent είναι ένα καλά χτισμένο, επικό heavy metal άλμπουμ, με ξεκάθαρη ταυτότητα, δυνατό songwriting και αίσθηση ότι η μπάντα ξέρει ακριβώς τι θέλει να παίξει.
Line‑up
- Franciszek Archont – Vocals, Bass
- Olivier J.L.W. – Guitars
- Simon L. – Additional Guitars
- Bloodhammer – Drums (Haunted Cenotaph, Putrid Offal κ.ά.)



