Οι Butt Splitters είναι ιταλικό συγκρότημα και το «Nibelvirch» είναι το concept άλμπουμ με το οποίο καθιέρωσαν την παρουσία τους το 2024: δώδεκα κομμάτια, περίπου 62 λεπτά μουσικής, και μια ιστορία που ξεκινά από τα ημερολόγια του Paul Amadeus Dienach.
Χώρα: Ιταλία
Είδος: Heavy metal / Industrial metal
Για fans των: Iron Maiden, System of a Down, Rage Against the Machine
Όταν το Heavy Metal κοιτάζει κατάματα το μέλλον
Το «Nibelvirch» των Ιταλών Butt Splitters κυκλοφορημένο το 2024 και αποτελούμενο από 12 κομμάτια και περίπου 62 λεπτά μουσικής, το «Nibelvirch» είναι ένα concept album βασισμένο στα ημερολόγια του Paul Amadeus Dienach, με την ιστορία να μεταφέρει τον ακροατή από την ασθένεια και τον λήθαργο σε ένα ακραία μακρινό μέλλον. Η μπάντα δεν αντιμετωπίζει την ιστορία σαν απλό background για τα τραγούδια. Τη χρησιμοποιεί ως σκελετό πάνω στον οποίο χτίζει ολόκληρο τον δίσκο.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό ταξίδι.
ΕΝΑΣ ΗΧΟΣ ΠΟΥ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΣΕ ΚΟΥΤΙ
Οι Butt Splitters αυτοχαρακτηρίζουν το υλικό τους industrial metal, όμως το «Nibelvirch» είναι πολύ πιο ανοιχτό από αυτήν την περιγραφή.
Υπάρχει το κλασικό heavy metal riffing.
Υπάρχει groove.
Υπάρχει alternative metal.
Υπάρχουν στιγμές που μυρίζουν old-school metal από χιλιόμετρα.
Υπάρχουν πιο μοντέρνες, σχεδόν nu-metal εκρήξεις.
Υπάρχουν μελωδικά περάσματα, hard rock αναφορές και σημεία που αφήνουν τις κιθάρες να πάρουν τον πρώτο λόγο.
Και το σημαντικότερο: όλα αυτά δεν προκύπτουν επειδή η μπάντα προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει πόσα είδη γνωρίζει.
Προκύπτουν επειδή οι Butt Splitters έχουν μάθει να γράφουν τραγούδια μέσα από την εμπειρία τους ως live μπάντα. Η ίδια η ιστορία τους ξεκινά από cover shows και από ένα ρεπερτόριο που εκτεινόταν από AC/DC και Iron Maiden μέχρι Rage Against the Machine και System of a Down. Το «Nibelvirch» μοιάζει σαν η στιγμή που όλη αυτή η εμπειρία πέρασε μέσα από το δικό τους φίλτρο.
Και αυτό ακούγεται.
«ENCEPHALITIS LETHARGICA» – Η ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΕΙ
Το πρώτο χτύπημα δεν είναι τυπικό.
Το «Encephalitis Lethargica» λειτουργεί σαν η είσοδος στον κόσμο του album και ταυτόχρονα σαν δήλωση προθέσεων. Βαρύ, δραματικό και γεμάτο κιθαριστική ενέργεια, διαθέτει εκείνη τη χαρακτηριστική ευρωπαϊκή metal αίσθηση όπου το riff πρέπει να έχει βάρος αλλά και μελωδία.
Δεν πρόκειται για τραγούδι που βασίζεται αποκλειστικά στην ταχύτητα.
Βασίζεται στο χτίσιμο.
Οι κιθάρες σπρώχνουν το κομμάτι μπροστά, τα τύμπανα κρατούν έναν στιβαρό μεταλλικό σκελετό και τα φωνητικά του Stefano Firmani κινούνται από καθαρό, εκφραστικό τραγούδι μέχρι πιο επιθετικές στιγμές.
Και ήδη από εδώ γίνεται φανερό κάτι σημαντικό:
Οι Butt Splitters ενδιαφέρονται περισσότερο για το τραγούδι παρά για την επίδειξη τεχνικής.
«FLOWERS OF THE WIND» – ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ
Αν το opening track βάζει τον ακροατή μέσα στην ιστορία, το «Flowers of the Wind» κατεβάζει προσωρινά τις εντάσεις και αφήνει το συναίσθημα να αναπνεύσει.
Η μελωδικότητα εδώ παίζει τεράστιο ρόλο, με το κομμάτι να εξελίσσεται σταδιακά αντί να προσπαθεί να κερδίσει τον ακροατή με το ζόρι.
Είναι μία από τις στιγμές όπου το «Nibelvirch» αποδεικνύει ότι το metal δεν χρειάζεται πάντα να επιτίθεται.
Μερικές φορές αρκεί να σε βαραίνει.
Το κομμάτι έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία μέσα στην παρουσίαση του album, καθώς η μπάντα το επανέφερε αργότερα ως επίσημο lyric video, δίνοντας έμφαση στη θεματική της παροδικότητας, της ελευθερίας και της ζωής.
«MISTERY OF TIME» – Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΠΑΕΙ ΣΕ RIFFS
Το «Mistery of Time» —όπως εμφανίζεται στο επίσημο tracklist— επιστρέφει το album σε πιο παραδοσιακό metal έδαφος.
Εδώ οι επιρροές του κλασικού ευρωπαϊκού heavy metal γίνονται περισσότερο αισθητές, χωρίς όμως η μπάντα να ακούγεται σαν tribute act.
Οι κιθάρες έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και η σύνθεση παίζει με τις δυναμικές της πριν οδηγηθεί σε πιο επιθετικό φινάλε.
Είναι ένα από εκείνα τα κομμάτια που θυμίζουν γιατί το riff παραμένει η βασική γλώσσα του metal.
Όσο περίπλοκο κι αν γίνει ένα concept, στο τέλος πρέπει να υπάρχει ένα riff που να σε κάνει να κουνήσεις το κεφάλι.
Και εδώ υπάρχει.
«INSOMNIA» – ΝΥΧΤΑ, ΕΝΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΙΘΑΡΕΣ
Το «Insomnia» κινείται ξανά σε πιο παραδοσιακό heavy metal μονοπάτι, αλλά με αρκετή δυναμική ώστε να μην ακούγεται σαν αναπαράσταση μιας άλλης εποχής.
Οι κιθάρες οδηγούν, η ρυθμική βάση παραμένει συμπαγής και το τραγούδι λειτουργεί περισσότερο σαν metal performance παρά σαν ατμοσφαιρικό interlude.
Και αυτό είναι κάτι που οι Butt Splitters ξέρουν να κάνουν καλά:
να παίρνουν ένα concept με αρκετή φιλοσοφία και να το ξαναφέρνουν στο έδαφος με ένα δυνατό riff.
«THE DEATH BELLS RANG FAR AWAY» – ΕΔΩ Ο ΔΙΣΚΟΣ ΑΓΡΙΕΥΕΙ
Εδώ αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια η πιο βαριά πλευρά του «Nibelvirch».
Το riffing γίνεται πιο επιθετικό, οι κιθάρες γεμίζουν τον χώρο και η μπάντα δημιουργεί εκείνη την αίσθηση ενός μεταλλικού τοίχου που δεν χρειάζεται υπερβολικό studio polishing για να λειτουργήσει.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι Butt Splitters δεν φοβούνται να αφήσουν τις συνθέσεις να αποκτήσουν διαφορετικές προσωπικότητες.
Αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγάλο όπλο και το μεγαλύτερο ρίσκο του δίσκου.
Γιατί το «Nibelvirch» δεν είναι ένα album που ακολουθεί μία ασφαλή συνταγή από την αρχή μέχρι το τέλος.
«WE ARE ALIVE» – ΤΟ METAL ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ
Με το «We Are Alive», η μπάντα αφήνει περισσότερο χώρο σε alternative/modern metal επιρροές.
Το groove γίνεται πιο εμφανές, το vocal phrasing πιο μοντέρνο και η σύνθεση αποκτά μία διαφορετική κινητικότητα.
Και εδώ γίνεται ιδιαίτερα αισθητό το πόσο χρήσιμη ήταν για τους Butt Splitters η εμπειρία τους ως cover band.
Δεν φοβούνται να χρησιμοποιήσουν διαφορετικές γλώσσες του metal.
Δεν έχουν την εμμονή να αποδείξουν ότι είναι «pure» κάτι.
Είναι metal επειδή έτσι γράφουν.
Και αυτό είναι αρκετό.
«GLOBAL WAR» – Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Το «Global War» είναι ίσως από τα σημεία όπου το album αποκτά περισσότερο modern/groove χαρακτήρα.
Οι κιθάρες γίνονται πιο βαριές, το rhythm section αποκτά μεγαλύτερο βάρος και η ερμηνεία του Firmani αποκτά διαφορετική ένταση.
Δεν είναι τυχαίο ότι διαφορετικές κριτικές έχουν σταθεί ιδιαίτερα στην πολυσυλλεκτικότητα του συγκεκριμένου κομματιού, αναγνωρίζοντας μέχρι και alternative/nu-metal επιρροές μέσα στον συνολικό metal κορμό.
Είναι ένα κομμάτι που δεν ζητά άδεια για να αλλάξει ταχύτητα.
Απλώς το κάνει.
«NEVER AND NEVER AGAIN» – ΤΟ ΡΕΦΡΕΝ ΠΟΥ ΚΟΛΛΑΕΙ
Αν υπάρχει μία στιγμή όπου οι Butt Splitters δείχνουν ότι μπορούν να γράψουν μεγάλο metal refrain, είναι εδώ.
Το «Never And Never Again» πατάει περισσότερο στο hard rock/classic metal DNA της μπάντας και αποδεικνύει ότι ένα δυνατό ρεφρέν δεν σημαίνει απαραίτητα εμπορικοποίηση.
Στο metal, το catchy δεν είναι βρισιά.
Το πρόβλημα είναι όταν το catchy είναι άδειο.
Εδώ υπάρχει riff, υπάρχει δυναμική και υπάρχει μελωδία.
Και γι’ αυτό λειτουργεί.
«HOMELAND» – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ HEAVY
Το «Homeland» βαραίνει ξανά την ατμόσφαιρα.
Το groove γίνεται πιο έντονο, οι κιθάρες αποκτούν μεγαλύτερη επιθετικότητα και η μπάντα χτίζει ένα κομμάτι που μοιάζει φτιαγμένο για live χώρο.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ατού του «Nibelvirch».
Οι Butt Splitters δεν γράφουν σαν studio project.
Γράφουν σαν μπάντα που σκέφτεται το stage.
Άλλωστε, η παρουσίαση του album είχε σχεδιαστεί εξαρχής ως multimedia live εμπειρία, με συγχρονισμένα videos να συνοδεύουν τα τραγούδια και να ενισχύουν την ιστορία.
«BEAUTY TO THE WORLD» – ΤΟ ΦΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Το album δεν είναι μονίμως βαρύ.
Και αυτό είναι καλό.
Το «Beauty To The World» ανοίγει περισσότερο τη μελωδική πλευρά του συγκροτήματος, αφήνοντας τις κιθάρες και τη φωνή να δουλέψουν περισσότερο ως φορείς μελωδίας παρά ως όπλα επίθεσης.
Δεν είναι το πιο ακραίο σημείο του δίσκου.
Είναι όμως απαραίτητο για τη συνολική του ισορροπία.
Ένας δίσκος που βρίσκεται συνεχώς στο κόκκινο παύει κάποια στιγμή να έχει δυναμικές.
Το «Nibelvirch» καταλαβαίνει πότε πρέπει να επιτεθεί και πότε πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω.
«DEAR DIARY» – Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ
Το «Dear Diary» είναι μικρότερο σε διάρκεια, αλλά σημαντικό για την αφήγηση.
Με μόλις λίγο πάνω από τρία λεπτά, λειτουργεί σαν πιο άμεσο κεφάλαιο πριν από το μεγάλο κλείσιμο.
Και κάπου εδώ ο ακροατής έχει πλέον καταλάβει ότι το album δεν προσπαθεί να γίνει συλλογή από singles.
Είναι μία ιστορία χωρισμένη σε τραγούδια.
«MAGNET OF MY DESTINY» – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟ
Και μετά έρχεται το σχεδόν οκτάλεπτο «Magnet Of My Destiny».
Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερος τρόπος για να κλείσει ένας τέτοιος δίσκος από μία σύνθεση που αφήνει χώρο στη μελωδία, στη δραματικότητα και στην ανάπτυξη.
Η διάρκεια εδώ δικαιολογείται.
Δεν έχουμε ένα τραγούδι που απλώς επαναλαμβάνει ένα refrain μέχρι να φτάσει τα οκτώ λεπτά.
Έχουμε ένα κομμάτι που λειτουργεί σαν τελευταίο κεφάλαιο.
Σαν τίτλοι τέλους.
Και όταν φτάσει στο τέλος του, το «Nibelvirch» έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο του.
ΟΙ ΚΙΘΑΡΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΥ
Αν πρέπει να ξεχωρίσει ένα στοιχείο που κρατάει ολόκληρο το album όρθιο, αυτό είναι το κιθαριστικό δίδυμο.
Οι Carlo Tabarrini και Marco Radicchi δεν προσπαθούν να μετατρέψουν κάθε τραγούδι σε διαγωνισμό τεχνικής.
Αντίθετα, δουλεύουν πάνω σε riffs, μελωδίες, αρμονίες και solos που υπηρετούν τις συνθέσεις.
Και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία.
Γιατί το metal δεν χρειάζεται απαραίτητα εκατό νότες το δευτερόλεπτο.
Χρειάζεται τη σωστή νότα τη σωστή στιγμή.
Η προηγούμενη κριτική του MetalWave στάθηκε επίσης ιδιαίτερα στη συνοχή των κιθάρων και στη ρυθμική ακρίβεια της μπάντας, ενώ σημείωσε την έντονη παρουσία των επιρροών από Iron Maiden, AC/DC και SOAD.
Η ΦΩΝΗ
Ο Stefano Firmani είναι ίσως το πιο πολυδιάστατο στοιχείο του «Nibelvirch».
Το album απαιτεί διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ο Firmani δεν μένει σε μία μόνο φωνητική φόρμουλα.
Καθαρά φωνητικά, πιο επιθετικές εκφράσεις, δραματικές ερμηνείες και πιο μοντέρνο phrasing εναλλάσσονται ανάλογα με το τραγούδι.
Αυτή η ευελιξία είναι απαραίτητη σε ένα album που αλλάζει τόσο συχνά πρόσωπο.
Και, όπως έχει επισημανθεί και σε άλλες ακροάσεις του δίσκου, η φωνή αποτελεί βασικό παράγοντα στο να παραμένουν τα διαφορετικά μουσικά στυλ συνδεδεμένα μεταξύ τους.
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΠΙΣΩ
Το «Nibelvirch» έχει μία αδυναμία που είναι ταυτόχρονα και μέρος της γοητείας του:
θέλει πολλά.
Θέλει heavy metal.
Θέλει groove.
Θέλει alternative.
Θέλει μελωδία.
Θέλει concept.
Θέλει αφήγηση.
Θέλει διαφορετικές διαθέσεις.
Και επειδή όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα album διάρκειας πάνω από μία ώρα, υπάρχουν στιγμές όπου η πολυσυλλεκτικότητα μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της απόλυτης συνοχής.
Όμως προτιμώ χίλιες φορές μία μπάντα που παίρνει τέτοιο ρίσκο από μία μπάντα που παίζει ασφαλή metal μέχρι να μην έχει τίποτα άλλο να πει.
Οι Butt Splitters δεν προσπαθούν να ανακαλύψουν ξανά το metal.
Προσπαθούν να το κάνουν δικό τους.
Και αυτή είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα αποστολή.
VERDICT
Το «Nibelvirch» δεν είναι ένας δίσκος που θα πρέπει να ακούσεις ψάχνοντας μία συγκεκριμένη ταμπέλα.
Δεν είναι «pure» heavy.
Δεν είναι καθαρό industrial.
Δεν είναι alternative.
Δεν είναι progressive.
Είναι ένα heavy metal υβρίδιο, φτιαγμένο από μουσικούς που έχουν περάσει χρόνο πάνω στη σκηνή, έχουν ακούσει πολύ διαφορετικό metal και αποφάσισαν να τα αφήσουν όλα να συγκρουστούν μέσα σε ένα concept album.
Και αυτή η σύγκρουση είναι που κάνει το «Nibelvirch» ενδιαφέρον.
Από το βαρύ άνοιγμα του «Encephalitis Lethargica» μέχρι το επικό κλείσιμο του «Magnet Of My Destiny», οι Butt Splitters δημιουργούν έναν κόσμο όπου το παλιό heavy metal συναντά το modern groove, η μελωδία συγκρούεται με την επιθετικότητα και μία ιστορία επιστημονικής φαντασίας μετατρέπεται σε metal αφήγηση.
Δεν είναι τέλειο.
Δεν χρειάζεται να είναι.
Έχει γωνίες, έχει υπερβολές, έχει διαφορετικές κατευθύνσεις και στιγμές που ζητούν από τον ακροατή να τις ακολουθήσει.
Αλλά έχει κάτι πολύ πιο σημαντικό:
έχει προσωπικότητα.
Και όταν μία underground metal μπάντα καταφέρνει να δημιουργήσει έναν δίσκο που μπορεί να σε κάνει να θυμηθείς Iron Maiden, να περάσει από SOAD και groove metal, να ακουμπήσει hard rock, να επιστρέψει στο κλασικό heavy και παρ’ όλα αυτά να παραμένει αναγνωρίσιμη ως η ίδια μπάντα, τότε κάτι έχει γίνει σωστά.
Οι Butt Splitters μπήκαν στο «Nibelvirch» έχοντας ως αφετηρία το metal.
Βγήκαν από αυτό έχοντας φτιάξει τον δικό τους μεταλλικό κόσμο.
Και αυτό αξίζει να ακουστεί δυνατά.
Metal is not dead. Sometimes it just wakes up 1,800 years later.
Κριτική: Angels PR Music Promotion – Stevil
Δες επίσης
Δες επίσης: Machine Head – Of Kingdom and Crown και οι Butt Splitters και το νέο live video για το «Homeland».



