🔥 Τελευταία

Voivod – Nothingface | Metal Territory

Εξώφυλλο του δίσκου Nothingface των Voivod

Οι Voivod έρχονται από τον Καναδά και το «Nothingface» είναι το πέμπτο άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε στις 13 Οκτωβρίου 1989 από τη Mechanic/MCA Records. Η ηχογράφηση έγινε στο Victor Studio του Μόντρεαλ το 1989, με παραγωγούς τον Glen Robinson και τον Steve Sinclair. Εδώ το συγκρότημα αφήνει πίσω τον καθαρό thrash ήχο και ανοίγεται σε ένα πιο progressive, σχεδόν διαστημικό metal.

Χώρα: Καναδάς
Είδος: Progressive Metal
Για fans των: Pink Floyd, King Crimson, Rush

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ

Ψήφισε το είδος metal που ακούς περισσότερο

Πες μας τι ακούς περισσότερο. Κι αν το είδος σου δεν είναι στη λίστα, γράψ’ το στα σχόλια της ομάδας — μετράει κι αυτό.

ΨΗΦΙΣΕ ΤΩΡΑ
ΣΤΗΡΙΞΕ ΤΟ METAL TERRITORY

Αν θέλεις να στηρίξεις το Metal Territory, στο Monsterville θα βρεις ωραία πράγματα χωρίς να πληρώσεις επιπλέον χρήματα.

Δες τα στο Monsterville

Ο ήχος έχει ρίζες στο progressive rock, κρατά όμως και την ορμή του thrash. Τα riff σε σημεία θυμίζουν έντονα την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» του Στραβίνσκι, ειδικά στο κεντρικό μέρος του «Pre-Ignition», ενώ η μελωδία στα φωνητικά αποκτά μεγαλύτερο βάρος από κάθε άλλη δουλειά τους.

Το «The Unknown Knows» ανοίγει τον δίσκο με ένα αινιγματικό, αργό χτίσιμο, το ομώνυμο «Nothingface» δένει την ατμόσφαιρα με το ριφ, και η διασκευή στο «Astronomy Domine» των Pink Floyd έγινε το πιο αναγνωρίσιμο σημείο — το βίντεό της έπαιζε στο Headbangers Ball. Ξεχωρίζουν επίσης το «Missing Sequences» και το «Into My Hypercube».

Η σύνθεση είναι η κλασική των Voivod: ο Snake στα φωνητικά, ο Piggy στην κιθάρα, ο Blacky στο μπάσο και ο Away στα ντραμς και στα σκίτσα. Το «Nothingface» ήταν ο πιο επιτυχημένος δίσκος τους και ο μόνος που μπήκε στο Billboard 200, κι ακόμη θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα progressive metal άλμπουμ όλων των εποχών.

Οι στίχοι κινούνται σε θέματα επιστημονικής φαντασίας και μιλούν για τεχνολογία, αποξένωση και απώλεια ταυτότητας, με μια αίσθηση ότι ο κόσμος έχει γίνει μηχανή. Ανάμεσα στα μεγάλα κομμάτια, το «X-Ray Mirror» και το «Inner Combustion» δίνουν πιο σύντομες και πυκνές στιγμές, ενώ το τελευταίο «Sub-Effect» κλείνει τον δίσκο ήσυχα, σαν να αφήνει την αφήγηση να σβήσει μόνη της, χωρίς βιασύνη και με μια αίσθηση αιώρησης.

Δες επίσης

Δες επίσης: Dream Theater – Parasomnia και Opeth – The Last Will & Testament.

Μοιράσου το άρθρο

Αφήστε ένα Σχόλιο

Κύλιση στην κορυφή