Το τρίτο ολοκληρωμένο άλμπουμ των Yoth Iria με τίτλο Gone With The Devil κυκλοφορεί στις 8 Μαΐου 2026 μέσω της Metal Blade Records και μοιάζει με το σημείο όπου η μπάντα αποφασίζει να κοιτάξει κατάματα τόσο το παρελθόν της όσο και το μέλλον της. Ένας δίσκος φτιαγμένος με φιλοδοξία, αυτοπεποίθηση και κυρίως με ξεκάθαρη πρόθεση να αφήσει αποτύπωμα στο σύγχρονο ελληνικό black metal.
Οι ίδιοι οι Yoth Iria το είχαν δηλώσει πριν ακόμη ακουστεί νότα από το άλμπουμ:
«Αυτή τη φορά μπήκαμε στο στούντιο με ξεκάθαρη πρόθεση να δημιουργήσουμε έναν δίσκο-ορόσημο για το συγκρότημα.»
Και η αλήθεια είναι πως δύσκολα μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει αυτή τη δήλωση. Από το πρώτο Under His Sway EP του 2020 μέχρι σήμερα, οι Yoth Iria δεν έδειξαν ποτέ διάθεση να επαναπαυτούν. Αντίθετα, κάθε κυκλοφορία λειτουργούσε σαν ένα ακόμη βήμα προς κάτι μεγαλύτερο, πιο ώριμο και πιο προσωπικό.
Στο επίκεντρο όλων φυσικά βρίσκεται ο Mutilator (Jim Patsouris ). Από τις μέρες των Black Church και την πρώτη εποχή των Rotting Christ και Varathron μέχρι τη δημιουργία των Yoth Iria ο Mutilator αποτελεί έναν από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τον πυρήνα του ελληνικού black metal ήχου. Θα μπορούσε εύκολα να ζει μόνο μέσα από το βάρος της ιστορίας του. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να συνεχίσει να δημιουργεί. Και το Gone With The Devil μοιάζει ακριβώς με τη στιγμή όπου αυτή η διαδρομή φτάνει σε ένα νέο σημείο κορύφωσης.
βάλτο να Παίζει και Διάβασε την Κριτική
Οι Yoth Iria δεν κοιτούν πίσω με νοσταλγία. Πατούν πάνω στις ρίζες τους, αλλά κινούνται μπροστά με αποφασιστικότητα.
Το πρώτο δείγμα του άλμπουμ ήρθε με το “The Blind Eye of Antichrist” και ουσιαστικά λειτούργησε σαν η επίσημη δήλωση προθέσεων του δίσκου. Το κομμάτι βασίζεται εν μέρει στον σερβικό θρησκευτικό ύμνο “Pobedna Pesma” του επισκόπου Nikolaj Velimirović και η βυζαντινή/μεσογειακή μελωδία του δένει ανατριχιαστικά καλά με το black metal υπόβαθρο της σύνθεσης. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν υπνωτικό.
Προσωπικά έχασα το μέτρημα στις φορές που έπαιξε σε repeat από τη μέρα που κυκλοφόρησε. Ειδικά εκείνο το lead μέρος που θυμίζει έντονα την εποχή του Dead Poem είναι από τις στιγμές που σε στοιχειώνουν για ώρες. Και τέτοιες κιθαριστικές μελωδίες υπάρχουν παντού μέσα στο άλμπουμ.
Οι Yoth Iria εδώ πετυχαίνουν κάτι πολύ δύσκολο: χρησιμοποιούν την παραδοσιακή ελληνική black metal αισθητική χωρίς να ακούγονται παγιδευμένοι στο παρελθόν. Αντίθετα, η μουσική εξελίσσεται με φυσικότητα, φέρνοντας μέσα στη σύνθεση folk, heavy metal, gothic και ανατολίτικα στοιχεία χωρίς τίποτα να μοιάζει ξένο ή επιτηδευμένο.
Το “Woven Spell of a Demon” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ισορροπίας. Οι μελωδίες του μοιάζουν να έρχονται κατευθείαν από Μεσόγειο και Βαλκάνια, ενώ το riffing παραμένει απόλυτα black metal στον πυρήνα του.
Αντίστοιχα, το “Give Em My Beautiful Hell” χτίζεται σταδιακά, αφήνοντας χώρο τόσο στο βασικό riff όσο και στα lead κιθαριστικά μέρη να αναπνεύσουν. Το δίδυμο των Nikolas Perlepe και Naberius κάνει σπουδαία δουλειά σε όλο τον δίσκο, προσφέροντας μερικές πραγματικά εμπνευσμένες στιγμές.
Και μετά έρχεται το “Once In A Blue Moon”.
Ίσως η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ. Πομπώδες, δραματικό και βαθιά μελωδικό, με ένα refrain που μένει χαραγμένο στο μυαλό από την πρώτη ακρόαση. Το βασικό κιθαριστικό θέμα του κομματιού είναι από εκείνες τις στιγμές που θυμίζουν γιατί το ελληνικό black metal απέκτησε ξεχωριστή ταυτότητα εξαρχής.
A new dawn will rise, from the ash and the gloom
Await the rebirth, once in a blue moon.
Αξίζει επίσης να σταθεί κανείς στη χημεία ανάμεσα στους Mutilator και Perlepe ως βασικούς συνθέτες. Οι διαφορετικές μουσικές τους προσεγγίσεις όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας έναν δίσκο με πλουραλισμό και συνοχή ταυτόχρονα.
Το “Dare To Rebel” κινείται πιο straight σε δομή, με έντονα ορχηστρικά μέρη που ακουμπούν ακόμη και σε αισθητική Laibach, ενώ οι μπασογραμμές του Mutilator δίνουν στο κομμάτι έναν ξεχωριστό παλμό. Γενικά το μπάσο σε όλο το άλμπουμ έχει τεράστια παρουσία και λειτουργεί σαν βασικό στοιχείο της ταυτότητας του ήχου.
Στο “I, Totem” τα ανατολίτικα στοιχεία μπλέκονται με riffs που θυμίζουν έντονα την εποχή του Fifth Illusion, ενώ ο Vongaar παραδίδει μία από τις πιο εντυπωσιακές drum performances του δίσκου. Το κομμάτι μεταμορφώνεται εντελώς από τη μέση και μετά, αποδεικνύοντας πως οι progressive ιδέες μπορούν να λειτουργήσουν εξαιρετικά μέσα σε black metal φόρμες όταν υπάρχει ουσία.
Τα καθαρά φωνητικά του He στο “3AM” δίνουν έναν σχεδόν gothic χαρακτήρα στη σύνθεση, ενώ στο “Blessed Be He Who Enters” προσφέρει μία από τις πιο επιβλητικές ερμηνείες ολόκληρου του άλμπουμ. Από αυτά τα κομμάτια που σου κολλάνε στο μυαλό από την πρώτη φορά και σε γυρίζουν κατευθείαν στη χρυσή εποχή του ’96.
Το “End of Known Civilization” βασίζεται σε ένα καλπάζον, επικό κιθαριστικό θέμα που οδηγεί το κομμάτι σε συνεχόμενη κορύφωση. Τα leads, τα drums και το συμφωνικό του φινάλε λειτουργούν υποδειγματικά, δίνοντας στο τραγούδι έναν σχεδόν κινηματογραφικό χαρακτήρα.
Και κάπου εκεί φτάνουμε στο “Harut, Government, Fallen”.
Ένα πραγματικό black metal έπος με ξεκάθαρη αύρα Non Serviam εποχής. Από αυτά τα κομμάτια που μοιάζουν γεννημένα για live εμφάνιση και που πιθανότατα θα εξελιχθούν σε βασικό σημείο αναφοράς για τη μπάντα τα επόμενα χρόνια.
Το Gone With The Devil είναι ο πιο ώριμος και ολοκληρωμένος δίσκος των Yoth Iria μέχρι σήμερα. Ένα άλμπουμ που καταφέρνει να τιμήσει την ελληνική black metal κληρονομιά χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν. Μελωδικό, σκοτεινό, επιβλητικό και γεμάτο προσωπικότητα, αποδεικνύει πως η “μαύρη φλόγα” εξακολουθεί να καίει δυνατά.
Και αν κάποιος στο μέλλον ζητήσει έναν μόνο δίσκο για να γνωρίσει τους Yoth Iria, η απάντηση θα είναι εύκολη:
Gone With The Devil . Μέχρι Τώρα…
Κώστας



