Ο Jon Nödtveidt έφτιαξε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους ήχους του σουηδικού black metal και έζησε μια ζωή που συζητιέται μέχρι τις μέρες μας. Ήταν κιθαρίστας και τραγουδιστής των Dissection, ο άνθρωπος πίσω από τις μελαγχολικές μελωδίες του «The Somberlain» και του «Storm of the Light’s Bane» — και ταυτόχρονα μέλος μιας σατανιστικής οργάνωσης, καταδικασμένος για συμμετοχή σε δολοφονία.
Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου 1975 στο Strömstad, ένα μικρό παραθαλάσσιο μέρος κοντά στα νορβηγικά σύνορα, και μεγάλωσε με έναν μικρότερο αδελφό και μια μεγαλύτερη αδελφή. Τη μουσική την αγάπησε μέσα από τον πατέρα του, που άκουγε rock και έπαιζε κιθάρα: σε ηλικία τεσσάρων ζήτησε να του μάθει, και από τότε οι δυο τους περνούσαν τα απογεύματα παίζοντας, μαζί και ο αδελφός του Emil.
Οι γονείς του τον περιγράφουν ως ήσυχο και χαμογελαστό παιδί, που όμως όταν στρεσαριζόταν κλεινόταν στο δωμάτιό του και έκλαιγε για ώρες. Στα 12, το 1987, έφτιαξε το πρώτο του συγκρότημα, τους Thunder, με συμμαθητές και τον αδελφό του, και ηχογράφησαν δύο τραγούδια στα οποία έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε.
Οι Dissection και το «The Somberlain»
Το 1989 ίδρυσε τους Dissection με τον Peter Palmdahl στο μπάσο και τον Ole Öhman στα τύμπανα. Στα δεκαπέντε του πήρε συνέντευξη από τον David Vincent των Morbid Angel, και την ίδια χρονιά η μπάντα κυκλοφόρησε το demo «The Grief Prophecy» — μια στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τους Thunder.
Τον Απρίλιο του 1991 ο Dead των Mayhem έδωσε τέλος στη ζωή του, και λίγες μέρες αργότερα οι Dissection έπαιξαν το «Freezing Moon» στη μνήμη του σε συναυλία στο Falkenberg. Στη συνέχεια προστέθηκε ως δεύτερη κιθάρα ο John Zwetsloot και ηχογράφησαν το «Into Infinite Obscurity», σε 1.000 αντίτυπα — όσα ακριβώς και το «Deathcrush» των Mayhem.
Τον Μάρτιο του 1993 ηχογράφησαν το «The Somberlain», που βγήκε τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς και ήταν αφιερωμένο στον Euronymous, τον ηγέτη του νορβηγικού κύκλου που είχε δολοφονηθεί λίγους μήνες νωρίτερα. Εκείνη την εποχή το νορβηγικό black metal βρισκόταν στις ειδήσεις για εμπρησμούς εκκλησιών και δολοφονίες, αλλά ο Nödtveidt τράβηξε αλλού: αντί για παγωμένο ήχο και γρήγορες ταχύτητες, έγραψε κιθάρες σε διφωνίες, νεοκλασικές μελωδίες και μια πένθιμη ατμόσφαιρα.
Storm of the Light’s Bane
Το ύφος του κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1995 με το «Storm of the Light’s Bane», που έβαλε τους Dissection στο παγκόσμιο προσκήνιο και έδειξε τον Nödtveidt ως έναν από τους καλύτερους συνθέτες της γενιάς του. Το καλοκαίρι του 1995 ο Zwetsloot είχε σταματήσει να εμφανίζεται στις πρόβες και τη θέση του πήρε ο Johan Norman.
Ο κύκλος και η δολοφονία
Την ίδια περίοδο, ο Nödtveidt και ο Norman μπήκαν στο Misanthropic Luciferian Order, τη σατανιστική οργάνωση που πλέον είναι γνωστή ως Ναός του Μαύρου Φωτός — παρακλάδι του True Satanist Horde με ιδρυτή τον Vlad, γνωστό και με δεκάδες άλλα ψευδώνυμα. Ο Norman αποχώρησε λίγο αργότερα.
Το 1997 οι Dissection περιόδευσαν στην Ευρώπη μαζί με τους Cradle of Filth και τους Dimmu Borgir, στην περιοδεία «Gods of Darkness». Τη χρονιά εκείνη, τον Ιούλιο του 1997, ένας 16χρονος βρήκε σε πάρκο του Γκέτεμποργκ το πτώμα ενός 36χρονου μετανάστη από την Αλγερία, που είχε πυροβοληθεί στην πλάτη και στο κεφάλι. Για μήνες η αστυνομία δεν είχε ένοχο· τελικά δύο μέλη της οργάνωσης καταδικάστηκαν, ο Nödtveidt ως συνεργός στη δολοφονία, και πέρασε χρόνια στη φυλακή.
Φυλακή, Reinkaos και το τέλος
Βγήκε το 2004 και ξαναδούλεψε τη μπάντα. Τον Απρίλιο του 2006 κυκλοφόρησε το «Reinkaos», δίσκος που δίχασε γιατί ο ήχος του ήταν διαφορετικός από ό,τι είχε προηγηθεί: οι στίχοι βασίστηκαν στο «Liber Azerate» του Vlad, βιβλίο μαύρης μαγείας για τους έντεκα αντικοσμικούς θεούς, και πάνω στην αντικοσμική σατανιστική ιδεολογία της οργάνωσης.
Στις 13 Αυγούστου 2006 βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του, μέσα σε έναν μεγάλο κύκλο που είχε σχεδιάσει στο πάτωμα και γύρω του σβησμένα κεριά. Η αστυνομία έκρινε τον θάνατο αυτοχειρία — το μόνο τραύμα ήταν ένας πυροβολισμός στον δεξί κρόταφο. Στο δωμάτιο βρέθηκαν αποχαιρετιστήρια γράμματα προς τον πατέρα του και τη σύντροφό του και η διαθήκη του, ενώ λέγεται πως μπροστά του ήταν ανοιχτό το «Liber Azerate». Ήταν 31 ετών.
Τα άλλα μέλη της μπάντας είπαν ότι τις τελευταίες εβδομάδες τον έβλεπαν πιο χαρούμενο και συγκεντρωμένο από ποτέ. Η δική του θέση ήταν ότι ο σατανιστής επιλέγει ο ίδιος πότε φεύγει και πως ο θάνατος είναι ο τελευταίος οργασμός της ζωής — δηλαδή δεν έφυγε από απόγνωση, αλλά από την αίσθηση ότι είχε ολοκληρώσει ό,τι ήθελε.
Όπως βλεπετε δύσκολα μπορεί κάποιος να κρατήσει απόσταση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο έργο του. Ο Nödtveidt άφησε πίσω του τραγούδια που συντροφεύουν γενιές ακροατών — και μια ιστορία που δείχνει πόσο εύκολα ένα παιδί που αγαπούσε τη μουσική μπορεί να πάρει τον λάθος δρόμο.
Δες επίσης
Δες επίσης: 23 Ελληνικά Black Metal διαμάντια και NINTH REALM – Damnation’s Veil.



