Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στο Newcastle upon Tyne της Αγγλίας, τρεις μουσικοί που έπαιζαν διασκευές σε Motörhead και Judas Priest αποφάσισαν να πάνε τον ήχο πιο πέρα: πιο γρήγορα, πιο βρώμικα, πιο σκοτεινά. Οι Venom — ο Jeffrey «Mantas» Dunn στην κιθάρα, ο Anthony «Abaddon» Bray στα ντραμς και ο Conrad «Cronos» Lant στο μπάσο και στα φωνητικά — έβγαλαν δύο δίσκους μέσα σε δύο χρόνια, το «Welcome to Hell» (1981) και το «Black Metal» (1982), και πάνω σε αυτούς χτίστηκε σχεδόν όλο το extreme metal που ακολούθησε, από το thrash metal ως το black metal και το death metal. Ο Cronos πέθανε την 1η Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 63 ετών, και πίσω του άφησε δεκαέξι στούντιο άλμπουμ.
Από το πρώτο συμβόλαιο με τη Neat Records μέχρι τον τελευταίο δίσκο, οι Venom άλλαξαν σύνθεση και ήχο, χωρίς να αλλάξουν τον πυρήνα τους: ταχύτητα, σατανιστική εικόνα, επιθετικότητα.
Η ιερή τριάδα
Η κλασική σύνθεση ήταν και η πιο λιτή: μία κιθάρα, ένα μπάσο, ένα σετ ντραμς. Ο Mantas έγραφε κοφτερά ριφ, ο Abaddon έδινε ρυθμό που πήγαινε πιο κοντά στο punk παρά στο heavy metal, και ο Cronos τραγουδούσε σαν να απειλεί. Τα ψευδώνυμα ήταν δική τους επινόηση, και μαζί με τα πεντάγραμμα και τα κεφάλια κατσίκας έφτιαξαν μια εικόνα που πούλησε όσο και η μουσική. Ο σατανισμός τους ήταν θέαμα, όχι πίστη: ο ίδιος ο Cronos παρομοίαζε ένα άλμπουμ των Venom με ταινία τρόμου. Πριν καθιερωθούν ως τρίο, στο μικρόφωνο πέρασε και ο Clive Archer, με το ειρωνικό ψευδώνυμο «Jesus Christ».
Η πρώτη χρυσή περίοδος
Η περίοδος 1981-1986 είναι η πιο αγαπημένη των οπαδών. Μετά το ντεμπούτο «Welcome to Hell», το «Black Metal» του 1982 έδωσε το όνομά του σε ένα ολόκληρο είδος — ακόμα κι αν ο ήχος των Venom δεν έχει καμία σχέση με το νορβηγικό black metal που ήρθε μια δεκαετία αργότερα, αυτό των Mayhem και των υπόλοιπων. Ακολούθησαν το «At War with Satan» (1984), με το ομώνυμο κομμάτι να πιάνει όλη την πρώτη πλευρά, και το «Possessed» (1985), ηχογραφημένο μέσα σε ένα αρχοντικό, την εποχή που περιόδευε στην Αμερική με Slayer και Exodus. Το 1986 κυκλοφόρησε το ζωντανό «Eine Kleine Nachtmusik», την ώρα που οι σχέσεις στο γκρουπ είχαν αρχίσει να σπάνε. Ο Mantas αποχώρησε, ήρθαν δύο νέοι κιθαρίστες, και το «Calm Before the Storm» του 1987 γύρισε σε θεματολογία από sword and sorcery, χωρίς να πείσει.
Ο Dolan και τα χρόνια μετά
Το 1988 ο Cronos έφυγε για σόλο καριέρα και ο Abaddon έμεινε μόνος με το όνομα των Venom. Στο μικρόφωνο και στο μπάσο μπήκε ο Tony «Demolition Man» Dolan, που ερχόταν από τους Atomkraft, ενώ στην κιθάρα επέστρεψε για λίγο ο Mantas. Αυτή η περίοδος έδωσε το «Prime Evil» (1989), το EP «Tear Your Soul Apart» (1990), το «Temples of Ice» (1991) και το «The Waste Lands» (1992). Είναι το λιγότερο γνωστό κεφάλαιο της δισκογραφίας τους — το «Prime Evil» έχει φανατικούς υπερασπιστές. Όταν η Music for Nations αρνήθηκε να βγάλει κι άλλα άλμπουμ, οι Venom διαλύθηκαν.
Η επιστροφή και το τέλος
Η κλασική τριάδα ξαναενώθηκε στις 24 Ιουνίου 1995, με headline εμφάνιση στο Waldrock Festival, και το στούντιο την περίμενε ξανά με το «Cast in Stone» (1997). Το «Resurrection» (2000) ήταν ο τελευταίος δίσκος με τους Cronos, Mantas και Abaddon μαζί.
Από το 2004 ο Cronos κράτησε τους Venom μόνος του, με τον κιθαρίστα Stuart «Rage» Dixon και τον ντράμερ Danny «Danté» Needham, και μαζί έβγαλαν έξι ακόμη άλμπουμ: «Metal Black» (2006), «Hell» (2008), «Fallen Angels» (2011), «From the Very Depths» (2015), «Storm the Gates» (2018) και «Into Oblivion» (2026), τον δέκατο έκτο και τελευταίο δίσκο της μπάντας. Στο μεταξύ, οι Dolan, Mantas και Abaddon ένωσαν τις δυνάμεις τους ως Venom Inc. και κυκλοφόρησαν το «Avé» (2017) και το «There’s Only Black» (2022).
Δεκαέξι στούντιο δίσκοι, σαράντα οκτώ χρόνια, ένα όνομα που έμεινε συνώνυμο με την ταχύτητα και το σκοτάδι. Ο Conrad «Cronos» Lant πέθανε την 1η Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 63 ετών. Η δισκογραφία των Venom μένει εκεί, να θυμίζει από πού ξεκίνησαν όλα.
Δες επίσης
Δες επίσης: τον θάνατο του Conrad «Cronos» Lant και την εμφάνιση των Mantas και Abaddon στο Pitfest, στα 45 χρόνια από την κυκλοφορία του ντεμπούτου.



